O Ευρωπαϊκός Νότος δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο κάθε αναγνώστης έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή.


Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Κινδυνολογεί το Κέντρο Ευρωπαϊκής Πολιτικής: Σε άγνωστα νερά η Κύπρος εάν καταρρεύσουν οι συνομιλίες

Το Εθνικό Συμβούλιο της Κύπρου. Φωτογραφία ΚΥΠΕ.Με τον τίτλο “Crans-Montana – Τώρα ή Ποτέ για ένα Κυπριακό συμβιβασμό(;)” επιγράφεται η σημερινή ανάλυση του Κέντρου Ευρωπαϊκής Πολιτικής (European Policy Center – EPC – επιδραστική δεξαμενή σκέψης των Βρυξελλών) την οποία επιμελείται η Amanda Paul (Senior Policy Analyst). Η Amanda Paul, αφού πραγματοποιεί μια ιστορική αναδρομή στις διαπραγματεύσεις, προειδοποιεί πως προϋπόθεση για λύση κατά την ίδια είναι οι αμοιβαίες υποχωρήσεις, μεταξύ άλλων στο ζήτημα της ασφάλειας και των εγγυήσεων. Προϋποθέτει όμως την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και την αντικατάσταση των εγγυήσεων της εποχής του
’60 με κάποιο άλλο σύγχρονο σύστημα. Η ίδια θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό το ρόλο που θα μπορούσε να παίξει η ΕΕ στο όλο νέο σύστημα, όμως προειδοποιεί πως η βάση των πάντων είναι η εμπιστοσύνη που σήμερα δεν υπάρχει. Επιπλέον αμφιβάλει για τις πραγματικές προθέσεις της Τουρκίας. Τέλος η αναλύτρια προειδοποιεί για την περίπτωση κατάρρευσης των συνομιλιών και για τα άγνωστα νερά στα οποία κινδυνεύει να εισέλθει η υπόθεση. Ακολουθεί το πλήρες κείμενο που έδωσε στη δημοσιότητα το EPC: “Στις 28 Ιουνίου υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, οι ηγέτες των ελληνικών και τουρκοκυπριακών κοινοτήτων, Νίκος Αναστασιάδης και Μουσταφά Ακιντζί θα συναντηθούν στο Crans-Montana της Ελβετίας σε μια νέα προσπάθεια επίλυσης του υπερδεκαετούς κυπριακού προβλήματος μετά το πρόσφατο αδιέξοδο και του επί πέντε μηνών παγώματος στις συνομιλίες”. “Θα συμμετέχουν επίσης και τα τρία κράτη εγγυητές, η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Μια λύση θα ήταν μια κερδοφόρα για τις δύο κοινότητες καθώς και για την ευρύτερη περιοχή. Δεν θα ενίσχυε μόνο τους ίδιους τους Κύπριους, συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένως νέων ενεργειακών έργων, αλλά και φέρνοντας ένα νέο κλίμα ασφάλειας και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, παρόλο που έχει επιτευχθεί πρόοδος σε πολλούς τομείς, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο κεφάλαιο `ασφάλεια και εγγυήσεις`. Η υπέρβαση αυτών των διαφορών θα απαιτήσει και από τις δύο πλευρές πολιτικό θάρρος, δημιουργική σκέψη και ετοιμότητα για συμβιβασμό και εγκατάλειψη των μέγιστων στόχων. Ωστόσο, ακόμη και αν οι δύο ηγέτες συνάψουν μια συμφωνία, το πως θα την πουλήσουν στις αντίστοιχες κοινότητες θα αποτελέσει σημαντική πρόκληση, καθώς οι Κύπριοι κάθε άλλο παρά προετοιμασμένοι είναι για τις υποχωρήσεις που απαιτεί μια συμφωνία”. “Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Δεκεμβρίου 2016 και Ιανουαρίου 2017 δημιούργησαν πρωτοφανή επίπεδα αισιοδοξίας ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί συμφωνία. Οι συζητήσεις στη Γενεύη τον Ιανουάριο ήταν ιδιαίτερα ιστορικές διότι για πρώτη φορά ενσωμάτωσαν ένα συνέδριο πέντε μερών με τη συμμετοχή των εγγυητικών δυνάμεων και ανταλλαγή χαρτών που περιγράφουν ανταγωνιστικές προτάσεις για εδαφικά όρια. Αλλά, στο τέλος της ημέρας, δεν επιτεύχθηκε καμία απτή πρόοδος. Όχι μόνο δεν θα μπορούσε να βρεθεί συμβιβασμός στο εδαφικό, αλλά η διάσκεψη εξέθεσε επίσης το μεγάλο χάσμα στα ζητήματα ασφάλειας και εγγυήσεων”. “Στη συνέχεια, ξεκίνησε ένα παιχνίδι ευθυνών δηλητηριάζοντας έτσι τις διαπραγματεύσεις. Τον Φεβρουάριο, οι συνομιλίες σταμάτησαν όταν το κυπριακό κοινοβούλιο ψήφισε νομοσχέδιο για την εκπαίδευση των σχολείων για τον εορτασμό του ενωτικού δημοψηφίσματος του Ιανουαρίου του 1950 στο οποίο οι Ελληνοκύπριοι ψήφισαν την προτίμησή τους να προσαρτηθεί το νησί στην Ελλάδα”. “Ο Ακιντζί αρνήθηκε να συνεχίσει τις συνομιλίες εκτός αν η νομοθεσία αναστραφεί. Για τους Τουρκοκύπριους , η κίνηση έρχεται ενάντια στο πνεύμα των συνομιλιών διευθέτησης και τις προσπάθειες οικοδόμησης αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Παρόλο που τον Απρίλιο ο νόμος αναιρέθηκε μερικώς η καλή θέληση και η θετική ατμόσφαιρα που υπήρχαν κάποτε μεταξύ των ηγετών χάθηκαν, με τον Αναστασιάδη να ισχυρίζεται ότι ήταν ο Ακίντζίι, ο οποίος αναζητούσε ένα πρόσχημα για να εγκαταλείψει τις συνομιλίες. Η διαδικασία διαταράχθηκε περαιτέρω κατά την πορεία προς την συνταγματική συνθήκη της 16ης Απριλίου και το δημοψήφισμα στην Τουρκία, καθώς ο Πρόεδρος Ερντογάν ήθελε να αποφύγει να λάβει αποφάσεις σχετικά με την Κύπρο που θα μπορούσαν να του στερήσουν τις εθνικιστικές ψήφους. Ως εκ τούτου, οι συνομιλίες για άλλη μια φορά τέθηκαν σε αναμονή”. “Τώρα, ξεκινά σύντομα η εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές του 2018 στην Κυπριακή Δημοκρατία, στην οποία ο Αναστασιάδης φαίνεται πολύ πιθανό να επανεκλεγεί. Λαμβάνοντας υπόψη τα ελληνοκυπριακά σχέδια για νέες έρευνες φυσικού αερίου, στα οποία αντιτίθενται οι Τουρκοκυπρίοι και η Τουρκία, ήταν απαραίτητη η ταχεία επιστροφή στις διαπραγματεύσεις. Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Antonio Gutteres, έκανε μια τελευταία προσπάθεια να διασώσει τη διαδικασία πιέζοντας για τη συνάντηση στην Ελβετία και ζητώντας από τους ηγέτες να αποδεχθούν τη συμμετοχή τους χωρίς προϋποθέσεις”. “Το Crans-Montana πρέπει να είναι προσανατολισμένο προς τα αποτελέσματα. Όλα τα βασικά ζητήματα πρέπει να βρίσκονται στο τραπέζι και να συζητούνται παράλληλα και αλληλεξαρτώμενα καθώς πραγματοποιείται ένα πάρε δώσε σε διάφορους φακέλους. Η ασφάλεια και οι εγγυήσεις παραμένουν η μεγαλύτερη πρόκληση. Τα αιματηρά γεγονότα του παρελθόντος, τα οποία κοστίζουν χιλιάδες ζωές, συνεχίζουν να έχουν τεράστιο ψυχολογικό αντίκτυπο και στις δύο κοινότητες και στην προσέγγιση αυτού του ζητήματος. Ενώ η τουρκοκυπριακή κοινότητα εξακολουθεί να επιμένει ότι μόνο η Τουρκία μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλειά της και τα εκτιμώμενα 35.000 τουρκικά στρατεύματα θα πρέπει να παραμείνουν στο νησί, οι Ελληνοκύπριοι βλέπουν τα τουρκικά στρατεύματα ως κατοχική δύναμη και μια σημαντική απειλή για την ασφάλεια. Επιμένουν στην απομάκρυνσή τους και στον τερματισμό ενός συστήματος ασφαλείας που επιτρέπει σε μια εγγυήτρια δύναμη παρέμβαση εάν θεωρηθεί ότι απειλείται η ασφάλεια μιας κοινότητας”. Η κατάργηση των εγγυήσεων παραμένει, για πάντα απαράδεκτη για τους Τουρκοκύπριους. Τελικά, πρόκειται για ένα ζήτημα που έρχεται σε επαφή με ένα θέμα εμπιστοσύνης, η οποία σήμερα δεν υπάρχει. Αυτή θα αποκατασταθεί συν το χρόνω, μόλις υλοποιηθεί μια λύση και θα διατηρηθεί και όταν κάθε κοινότητα αρχίσει να κάνει βήματα προς την κατεύθυνση της βελτίωσης της κατανόησης των αντίστοιχων ιστορικών αφηγησεών τους και να οικοδομήσουν μια πορεία προς ένα κοινό μέλλον. Τα μέτρα που υιοθετήθηκαν τη δεκαετία του 1960 πρέπει να αντικατασταθούν από νέες δημιουργικές εναλλακτικές λύσεις που επιτρέπουν στις δύο κοινότητες να αισθάνονται ασφαλείς. Αυτό θα πρέπει σαφώς να συνεπάγεται μια μεταβατική περίοδο που να αντικατοπτρίζει τις διάφορες πτυχές του ζητήματος της ασφάλειας και τους φόβους και των δύο κοινοτήτων. Για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο οι μαξιμαλιστικές θέσεις των δύο κοινοτήτων μαζί με τις θέσεις Ελλάδας και Τουρκίας πρέπει να αλλάξουν. Για το σκοπό αυτό, πριν από τη διάσκεψη, ο Ειδικός Απεσταλμένος των Ηνωμένων Εθνών για την Κύπρο, ο Espen Barth Eide, προετοίμασε κατευθυντήριες γραμμές για τη διαδικασία και την ατζέντα της διάσκεψης για την εξομάλυνση των συζητήσεων, συμπεριλαμβανομένης της ασφάλειας και των εγγυήσεων. Απαραίτητη είναι μάλιστα πολύ μεγαλύτερη ευελιξία και δημιουργικότητα όχι μόνο από τον Ακιντζί και τον Αναστασιάδη αλλά και από την Τουρκία και την Ελλάδα. Έχουν υπάρξει, ωστόσο, λίγα ελπιδοφόρα σημάδια. Για παράδειγμα, καταλήγοντας σε συμφωνία σχετικά με ένα χρονοδιάγραμμα για την απόσυρση των στρατευμάτων θα αποτελούσε σημαντική πρόοδο, κάτι εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την Άγκυρα. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σαφές αν η εξεύρεση λύσης αποτελεί προτεραιότητα για την Τουρκία, δεδομένων και άλλων πιεστικών εξελίξεων τόσο στο εσωτερικό της όσο και στην ευρύτερη περιοχή, και κυρίως στη Συρία. “Επιπλέον, το να περάσει μια δοκιμαστική συμφωνία και στις δύο κοινότητες προκειμένου να επιτευχθούν θετικά αποτελέσματα από δύο ταυτόχρονα δημοψηφίσματα μπορεί να αποδειχθεί δύσκολο επειδή δεν υπάρχουν τα απαραίτητα εργαλεία για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης”. “Διαδοχικές ειρηνευτικές διαδικασίες δεν “συνεκτικές” και μάλλον έχουν καθοδηγηθεί από τον ηγέτη αποκλείοντας την κοινωνία, με ελάχιστη συνεργασία μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ουσιαστικά μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και έχει αφεθεί πολύς χώρος στους σκληροπυρηνικούς και στις δύο πλευρές του νησιού ώστε να εξαπλωθεί η παραπληροφόρηση και να προχωρήσει ο εκφοβισμός”. “Η διεθνής κοινότητα, δηλαδή οι ΗΠΑ και η ΕΕ, έχει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Σε αυτό το κρίσιμο σημείο, των διαπραγματεύσεων θα μπορούσαν να επωφεληθούν από μια μεγάλη εισροή του χρόνου και των πόρων της Ουάσιγκτον”. “Δυστυχώς όμως, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του Προέδρου Τραμπ, οι ΗΠΑ έχουν μειώσει το ρόλο τους στη διαδικασία. Ακόμα βέβαια δεν είναι αργά για την Ουάσιγκτον να παρέμβει την τελευταία στιγμή με ένα ισχυρό μήνυμα υποστήριξης. Η ΕΕ έχει αυξήσει τη δραστηριότητά της στο νησί με πολλές επισκέψεις υψηλού επιπέδου και θα παρακολουθήσει επίσης τις συνομιλίες στο Crans-Montana. Αν επιτευχθεί διευθέτηση, η ΕΕ μπορεί να κληθεί να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στην εφαρμογή της συμφωνίας. Η εμπειρία της ΕΕ στον ανάπτυξη ικανοτήτων, τη μεταρρύθμιση του τομέα ασφάλειας, την έγκαιρη προειδοποίηση και τη διαχείριση κρίσεων θα πρέπει να είναι επωφελείς για την Κύπρο”. “Επιπλέον, με βάση την εμπειρία της σε άλλες περιοχές συγκρούσεων, όπως τα Δυτικά Βαλκάνια και τη Βόρεια Ιρλανδία, η Ένωση μπορεί να υποστηρίξει σχέδια και προγράμματα με πράξεις που συμβάλλουν στη συμφιλίωση των κοινοτήτων και στη δημιουργία βιώσιμης ειρήνης”. “Το σκηνικό έχει στηθεί για μεγάλες και διαρκείς αποφάσεις. Η εξεύρεση συμφωνίας δεν θα είναι εύκολη, αλλά αν υπάρχει επαρκής πολιτική βούληση και πραγματική ετοιμότητα για συμβιβασμό δεν είναι αδύνατη. Ωστόσο, εάν οι δύο ηγέτες δεν καταλήξουν σε συμφωνία ή τουλάχιστον δεν κάνουν σημαντική πρόοδο, μια άλλη διάσκεψη στο εγγύς μέλλον είναι μάλλον απίθανη”. “Το παράθυρο ευκαιρίας πρόκειται να κλείσει, αν όλες οι πλευρές αρχίσουν και κατηγορούν η μία την άλλη και θα πρέπει να γίνουν σοβαρές ερωτήσεις για το τι πρέπει να συμβεί στη συνέχεια. Για παράδειγμα, τι λογική θα υπήρχε για να υποστηριχθεί ότι το πρόβλημα της Κύπρου μπορεί να λυθεί στο μέλλον υπό σχεδόν σίγουρα λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες; Η Κύπρος κινδυνεύει να εισέλθει σε άγνωστα νερά με άγνωστες συνέπειες για το νησί και την ευρύτερη περιοχή”. ΚΥΠΕ – Αθανάσιος Αθανασίου – Βέλγιο/Βρυξέλλες

Πηγή: Κινδυνολογεί το Κέντρο Ευρωπαϊκής Πολιτικής: Σε άγνωστα νερά η Κύπρος εάν καταρρεύσουν οι συνομιλίες http://mignatiou.com/2017/06/kindinologi-to-kentro-evropaikis-politikis-se-agnosta-nera-i-kipros-ean-katarrefsoun-i-sinomilies/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου