O Ευρωπαϊκός Νότος δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο κάθε αναγνώστης έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή.


Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Στο πλαίσιο της συμπράξεως σχετικά με την ευρωπαϊκή αγορά των υαλοπινάκων αυτοκινήτων, το Γενικό Δικαστήριο μειώνει το πρόστιμο που επιβλήθηκε στον όμιλο Saint-Gobain από 880 σε 715 εκατομμύρια ευρώ



Με απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2008, η Commission διαπίστωσε ότι ορισμένος αριθμός επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν διάφορες θυγατρικές του ομίλου Saint-Gobain (στο εξής: Saint-Gobain) και η μητρική τους εταιρία (στο εξής: Εταιρία)[1], είχαν παραβιάσει το δίκαιο του ανταγωνισμού της Ένωσης συμμετέχοντας, κατά τη διάρκεια διαφόρων χρονικών περιόδων, σε ένα σύνολο συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών επιζήμιων για τον ανταγωνισμό στον τομέα των υαλοπινάκων αυτοκινήτων εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ).
Η συμφωνία συνίστατο στην κατανομή των παραδόσεων υαλοπινάκων αυτοκινήτων μεταξύ των μετεχόντων στη σύμπραξη προκειμένου να εξασφαλίζεται η σταθερότητα των μεριδίων αγοράς εκάστου των μετεχόντων. Λόγω της συμμετοχής τους στη σύμπραξη μεταξύ της 10ης Μαρτίου 1998 και της 11ης Μαρτίου 2003,
επιβλήθηκε στον Saint-Gobain και στην Εταιρία από κοινού και αλληλεγγύως πρόστιμο 880 εκατομμυρίων ευρώ. Κατόπιν αυτού, ο Saint-Gobain και η Εταιρία άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως αυτής.
Με την προσφυγή τους, ο Saint-Gobain και η Εταιρία προσάπτουν στην Επιτροπή, μεταξύ άλλων, ότι προσαύξησε κατά 60 % το ποσό του προστίμου που τους επιβλήθηκε από κοινού και αλληλεγγύως. Η Επιτροπή έκρινε συγκεκριμένα ότι ο Saint-Gobain είχε υποτροπιάσει, λόγω του ότι η επιχείρηση αυτή είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεων της Επιτροπής για παρόμοιες παραβάσεις το 1984 και το 1988[2].
Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, για να μπορεί να ληφθεί υπόψη η επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής, οι διάφορες παραβάσεις πρέπει να έχουν διαπραχθεί από την ίδια επιχείρηση. Δεδομένου ότι η απόφαση του 1988 αφορούσε μια άλλη θυγατρική της Εταιρίας πέραν αυτών για τις οποίες πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση και επειδή η Εταιρία δεν ήταν αποδέκτης της αποφάσεως αυτής, ο Saint-Gobain και η Εταιρία δεν θα έπρεπε, κατά το Γενικό Δικαστήριο, να θεωρηθούν υπεύθυνοι για προγενέστερη παράβαση για την οποία δεν τους επιβλήθηκαν κυρώσεις από την Επιτροπή και στο πλαίσιο της αποδείξεως της οποίας δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να προβάλουν τα επιχειρήματά τους για να αμφισβητήσουν την ενδεχόμενη ύπαρξη οικονομικής ενότητας με κάποια από τις εταιρίες που ήσαν αποδέκτες της προγενέστερης αποφάσεως.
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο τονίζει ότι η πάροδος μιας δυνητικά μακράς περιόδου από την έκδοση προγενέστερης αποφάσεως δύναται να καταστήσει πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη, την εκ μέρους της μητρικής εταιρίας αμφισβήτηση όχι μόνο της υπάρξεως μιας τέτοιας οικονομικής ενότητας, αλλά και, ενδεχομένως, των συστατικών στοιχείων της παραβάσεως. Το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαιώνει συνεπώς την υποτροπή μόνο σχετικά με την απόφαση του 1984[3].
Ο Saint-Gobain και η Εταιρία υποστηρίζουν ωστόσο ότι η μεσολάβηση χρονικού διαστήματος δέκα ετών μεταξύ των προγενέστερων διαπιστώσεων των παραβάσεων και της επαναλήψεως της παραβατικής συμπεριφοράς εμποδίζει τη διαπίστωση υποτροπής. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της επίμαχης παραβάσεως και προγενέστερης παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού προκειμένου να εκτιμηθεί η τάση της επιχειρήσεως να παραβαίνει τους κανόνες αυτούς. Το Γενικό Δικαστήριο τονίζει ότι, εν προκειμένω, μεταξύ της αποφάσεως του 1984 και του έτους κατά τη διάρκεια του οποίου άρχισε η τέλεση της παραβάσεως για την οποία επιβάλλονται κυρώσεις (1998) μεσολάβησε χρονικό διάστημα δεκατεσσάρων περίπου ετών. Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της ταυτότητας των τομέων δραστηριότητας στους οποίους σημειώθηκαν οι παραβάσεις καθώς και της ομοιότητας των επίμαχων συμπράξεων, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι, παρά την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήματος, η εκ μέρους της Επιτροπής διαπίστωση της υποτροπής δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Δεδομένου ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η προσαύξηση κατά 60 % του βασικού ποσού του προστίμου ήταν δικαιολογημένη υπό το πρίσμα των αποφάσεων του 1984 και του 1988 και ότι μόνον η πρώτη από τις αποφάσεις αυτές μπορεί να ληφθεί υπόψη για τη διαπίστωση υποτροπής, το Γενικό Δικαστήριο θεωρεί τελικώς ότι η επανάληψη της παραβατικής συμπεριφοράς του Saint-Gobain και της Εταιρίας είναι λιγότερο σοβαρή απ’ όσο έκρινε η Επιτροπή. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει να καθορίσει το ποσοστό προσαυξήσεως του προστίμου λόγω υποτροπής στο 30 %, οπότε το πρόστιμο που επιβλήθηκε από κοινού και αλληλεγγύως στον Saint-Gobain και στην Εταιρία καθορίζεται πλέον στα 715 εκατομμύρια ευρώ.


[1] Οι τρεις θυγατρικές εταιρίες για τις οποίες πρόκειται είναι η Saint-Gobain Glass France SA, η Saint-Gobain Sekurit Deutschland GmbH & Co. KG και η Saint-Gobain Sekurit France SAS. Η μητρική εταιρία των θυγατρικών αυτών είναι η Compagnie de Saint-Gobain SA.
[2] Απόφαση 84/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1984, σχετικά με διαδικασία κατ' εφαρμογή του άρθρου 85 της [Σ]υνθήκης ΕΟΚ (IV/30.988 - Συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές στον τομέα της επίπεδης υάλου στις χώρες της Benelux) (ΕΕ 212, σ. 13), και απόφαση 89/93/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 7ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με διαδικασία εφαρμογή των άρθρων [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] (IV/31.906 – Επίπεδος ύαλος) (ΕΕ 33, σ. 44).
[3] Η απόφαση του 1984 είχε απευθυνθεί στην Εταιρία, οπότε η Επιτροπή θεώρησε ότι στην επιχείρηση που αποτελείται από τον Saint-Gobain και την Εταιρία είχαν ήδη επιβληθεί κυρώσεις για παρόμοια παράβαση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου