Πρέπει να αποδειχθεί ότι,
όσον αφορά τα συγκεκριμένα πρόσωπα, υφίσταται αυξημένος κίνδυνος μεταδόσεως σοβαρών
λοιμωδών νοσημάτων, ιδίως του ιού VIH, και ότι δεν υφίστανται
αποτελεσματικές τεχνικές διαγνώσεως και λιγότερο καταναγκαστικές μέθοδοι για τη
διασφάλιση υψηλότερου επιπέδου προστασίας της υγείας των ληπτών
Στις 29 Απριλίου
2009, ένας ιατρός του Établissement français du sang (γαλλικού κέντρου αιμοδοσίας) του Metz (Γαλλία) αρνήθηκε την
αιμοδοσία του G. Léger
λόγω του ότι αυτός είχε σεξουαλικές επαφές με άνδρα και το γαλλικό δίκαιο
αποκλείει κατά τρόπο οριστικό από την αιμοδοσία άνδρες που είχαν τέτοιου είδους
σεξουαλικές επαφές. Ο G. Léger προσέβαλε
την εν λόγω απόφαση ενώπιον του tribunal administratif de Strasbourg (διοικητικού δικαστηρίου του Στρασβούργου), ζητώντας
από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν ο οριστικός
αποκλεισμός είναι συμβατός με
οδηγία της Ένωσης[1]. Κατά την εν λόγω οδηγία, πρόσωπα η σεξουαλική
συμπεριφορά των οποίων συνεπάγεται κίνδυνο μεταδόσεως σοβαρών λοιμωδών
νοσημάτων που μπορούν να μεταδοθούν μέσω του αίματος αποκλείονται κατά τρόπο
οριστικό από την αιμοδοσία.
Με τη σημερινή του απόφαση,
το Δικαστήριο αποφαίνεται καταρχάς ότι το tribunal administratif de Strasbourg πρέπει να εξακριβώσει αν, στην περίπτωση άνδρα που είχε σεξουαλικές
επαφές με άνδρα, υφίσταται στη Γαλλία υψηλός κίνδυνος μεταδόσεως σοβαρών
λοιμωδών νοσημάτων που μπορούν να μεταδοθούν μέσω του αίματος. Για τους
σκοπούς της εν λόγω αναλύσεως, το γαλλικό δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη την επιδημιολογική κατάσταση στη Γαλλία, η
οποία, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, παρουσιάζει ιδιαιτερότητες. Συναφώς,
το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, βάσει των δεδομένων που του παρασχέθηκαν, το
σύνολο σχεδόν των μεταδόσεων του ιού VIH κατά το διάστημα από το
2003 έως το 2008 οφείλεται σε σεξουαλικές επαφές και το ήμισυ των νέων
μεταδόσεων αφορούν άνδρες που είχαν σεξουαλικές επαφές με άνδρες. Κατά το ίδιο διάστημα,
τα πρόσωπα αυτά αντιπροσωπεύουν την πλέον πληττόμενη από τη μετάδοση του ιού VIH πληθυσμιακή ομάδα, με δείκτη επιπτώσεως 1 % ανά έτος, το οποίο είναι 200 φορές ανώτερο σε σχέση με τον γαλλικό
ετεροφυλόφιλο πληθυσμό. Τέλος, μεταξύ των κρατών της Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας,
η Γαλλία είναι η χώρα με τον υψηλότερο επιπολασμό του ιού VIH στην πληθυσμιακή ομάδα των ανδρών που είχαν σεξουαλικές επαφές με άνδρα. Επομένως,
στο γαλλικό δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει αν, υπό το πρίσμα των τρεχουσών
ιατρικών, επιστημονικών και επιδημιολογικών γνώσεων, τα εν λόγω δεδομένα είναι
αξιόπιστα και αν εξακολουθούν να ισχύουν.
Ακόμη και αν το γαλλικό
δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, στην περίπτωση των ανδρών που είχαν
σεξουαλικές επαφές με άνδρες, υφίσταται στη Γαλλία υψηλός κίνδυνος μεταδόσεως
νοσημάτων όπως ο ιός VIH, τίθεται το ζήτημα αν οριστική αντένδειξη για την αιμοδοσία είναι σύμφωνη
με τα ανθρώπινα δικαιώματα που αναγνωρίζει η έννομη τάξη της Ένωσης και, ιδίως,
με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως λόγω
γενετήσιου προσανατολισμού[2].
Δεδομένου ότι η γαλλική
νομοθεσία ενδέχεται να συνεπάγεται διακριτική μεταχείριση σε βάρος των ομοφυλόφιλων
ανδρών λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού τους, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι
κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται
στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό
περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Συναφώς, το Δικαστήριο κρίνει
ότι, μολονότι ο προβλεπόμενος από τη γαλλική νομοθεσία αποκλεισμός συμβάλλει
στην ελαχιστοποίηση του κινδύνου μεταδόσεως λοιμώδους ασθένειας στους αποδέκτες
και, επομένως, στην επίτευξη του γενικού σκοπού της διασφαλίσεως υψηλού
επιπέδου προστασίας της υγείας του ανθρώπου, είναι πιθανό να είναι αντίθετος προς την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα,
δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι ο ιός VIH μπορεί να διαγνωσθεί μέσω αποτελεσματικών τεχνικών
για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας των αποδεκτών. Το εθνικό
δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει αν υπάρχουν τέτοιου είδους τεχνικές,
εξυπακουομένου ότι οι εν λόγω δοκιμές πρέπει να εκτελούνται σύμφωνα με τις
πλέον πρόσφατες επιστημονικές και τεχνικές διαδικασίες.
Σε περίπτωση που δεν
υφίστανται τέτοιου είδους τεχνικές, το tribunal administratif de Strasbourg πρέπει να εξακριβώσει αν υπάρχουν μέθοδοι
λιγότερο καταναγκαστικές για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της
υγείας των ληπτών και, ιδίως, αν
ο επακριβής εντοπισμός επικίνδυνων σεξουαλικών συμπεριφορών είναι δυνατός μέσω
ερωτηματολογίου και προσωπικής συνεντεύξεως από ειδικευμένο υγειονομικό
προσωπικό.
[1] Οδηγία 2004/33/EΚ της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου
2004, για την εφαρμογή της οδηγίας 2002/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και
του Συμβουλίου όσον αφορά ορισμένες τεχνικές απαιτήσεις για το αίμα και τα
συστατικά του αίματος (ΕΕ L 91, σ. 25).
[2] Άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη Θεμελιωδών
Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου