Το καθεστώς αυτό δεν συνάδει
με τις αυστηρές προϋποθέσεις που προβλέπει η οδηγία περί της διατηρήσεως των
αγρίων πτηνών
Μια οδηγία της Ένωσης [1] προβλέπει ότι τα κράτη
μέλη υιοθετούν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εγκαθιδρύσουν ένα γενικό καθεστώς προστασίας διαφόρων ειδών πτηνών. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν, εφόσον δεν υπάρχουν άλλες ικανοποιητικές λύσεις,
να παρεκκλίνουν από την υποχρέωση αυτή, ώστε να επιτρέπεται, με αυστηρά
ελεγχόμενους όρους και τρόπο επιλεκτικό, η σύλληψη, η κράτηση και η ορθολογική
εκμετάλλευση ορισμένων πτηνών σε μικρές ποσότητες.
Το 2014 και το 2015
η Μάλτα θέσπισε διάφορα μέτρα τα οποία της επιτρέπουν
να εφαρμόσει την εξαίρεση
που προβλέπει η οδηγία. Τα μέτρα αυτά επιτρέπουν τη σύλληψη επτά ειδών σπίνων με
παραδοσιακά δίχτυα («clap-nets»), εφόσον
τηρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
Η Επιτροπή φρονεί ότι
το καθεστώς εξαιρέσεων που θέσπισε η Μάλτα στη διάρκεια των δύο αυτών ετών δεν
πληροί τις προϋποθέσεις της οδηγίας. Ως εκ τούτου αποφάσισε να ασκήσει προσφυγή
λόγω παραβάσεως κατά του κράτους μέλους αυτού ενώπιον του Δικαστηρίου.
Με τη σημερινή απόφασή
του, το Δικαστήριο κρίνει, πρώτον, ότι τα
μέτρα του 2014 και του 2015, τα οποία επιτρέπουν την παγίδευση σπίνων κατά τους
φθινοπωρινούς μήνες, δεν είναι σύμφωνα με την οδηγία, δεδομένου ότι ουδέν
αναφέρουν σε σχέση με την ανυπαρξία άλλης ικανοποιητικής λύσεως. Το Δικαστήριο
υπενθυμίζει τη νομολογία του σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν
επεμβάσεις που θίγουν τα προστατευόμενα είδη μόνο βάσει αποφάσεων που περιέχουν
ακριβή και επαρκή αιτιολογία όσον αφορά τις προϋποθέσεις της οδηγίας. Το Δικαστήριο
κρίνει ότι οι επίμαχες δηλώσεις δεν περιέχουν τέτοια αιτιολογία. Συγκεκριμένα, πέραν
του ότι ουδέν αναφέρουν σε σχέση με την ανυπαρξία άλλης ικανοποιητικής λύσεως, δεν
παραπέμπουν στις τεχνικές, νομικές και επιστημονικές εκθέσεις που είχαν
υποβληθεί στη συμβουλευτική επιτροπή για θέματα διατηρήσεως αγρίων πτηνών, ούτε
στις συστάσεις που στηρίχθηκαν στα στοιχεία αυτά.
Δεύτερον, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Μάλτα δεν τήρησε την προϋπόθεση της οδηγίας σύμφωνα με την οποία η
επιτρεπόμενη εξαίρεση μπορεί να αφορά μόνο «μικρές ποσότητες» πτηνών. Το Δικαστήριο
διαπιστώνει ότι η προϋπόθεση περί «μικρών ποσοτήτων» δεν μπορεί να πληρούται αν
η κατά παρέκκλιση επιτρεπόμενη θήρα πτηνών δεν εξασφαλίζει τη διατήρηση του
πληθυσμού των συγκεκριμένων ειδών σε ικανοποιητικό επίπεδο. Το Δικαστήριο εκτιμά
ότι η Μάλτα δεν παρέσχε επαρκείς αποδείξεις περί του ότι η προϋπόθεση αυτή
πληρούται.
Συναφώς, το Δικαστήριο
επισημαίνει ειδικότερα ότι, σύμφωνα με
μια μελέτη της μη κυβερνητικής οργάνωσης BirdLife Malta του 2007, η παγίδευση στη Μάλτα είναι τόσο εντατική ώστε μόνον
ελάχιστα άτομα από καθένα από τα κοινά είδη σπίνων αναπαράγονται συνήθως στο
νησί, ενώ αναπαράγονται σε μεγάλο αριθμό σε άλλες περιοχές της Μεσογείου.
Επιπλέον, το Δικαστήριο
παρατηρεί ότι, μολονότι η Μάλτα υποστηρίζει ότι έλαβε υπόψη μόνον τους
πληθυσμούς αναφοράς που προέρχονται από χώρες των οποίων οι πληθυσμοί είναι
σταθεροί ή αυξήθηκαν, η επιλογή των πληθυσμών αυτών στην οποία προέβη η Μάλτα
δεν ήταν πάντοτε σύμφωνη με τη δηλωθείσα μεθοδολογία. Από τεχνικά σημειώματα των
αρχών της Μάλτας προκύπτει, έτσι, ότι οι εν λόγω αρχές έλαβαν υπόψη, για τη
φθινοπωρινή περίοδο συλλήψεως του 2015, πληθυσμούς αναφοράς που παρουσίαζαν
μείωση ή των οποίων η κατάσταση διατήρησης δεν ήταν γνωστή.
Τρίτον, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, όταν η προϋπόθεση περί θήρας σε μικρές ποσότητες
δεν πληρούται, η εκμετάλλευση των πτηνών με θήρα ασκούμενη για ψυχαγωγικό σκοπό
δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί ορθολογική. Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο φρονεί ότι δεν πληρούται ούτε
η προϋπόθεση κατά την οποία μόνον η επιλεκτική σύλληψη ζωντανών σπίνων μπορεί
να επιτραπεί. Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη ότι οι αρχές της Μάλτας παραδέχθηκαν
την ύπαρξη «παρεμπιπτόντως συλλαμβανομένων» πτηνών, το Δικαστήριο επισημαίνει
τον μη επιλεκτικό χαρακτήρα της μεθόδου συλλήψεως με δίχτυα.
Τέλος, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Μάλτα δεν απέδειξε ότι η επίμαχη εξαίρεση εφαρμόζεται υπό αυστηρά
ελεγχόμενους όρους κατά την έννοια της οδηγίας. Το Δικαστήριο φρονεί ότι στο
πλαίσιο της Μάλτας, που χαρακτηρίζεται από υψηλό αριθμό κατόχων αδείας, ήτοι
άνω των 4 000,
καθώς και καταχωρισμένων εγκαταστάσεων παγίδευσης, ήτοι άνω των 6 400, το ότι μόνον το 23 % των θηρευτών
υποβλήθηκαν σε ατομικούς ελέγχους φαίνεται ανεπαρκές.
Εξάλλου, αποδεικνύεται
ότι η μη τήρηση των περιορισμών σχετικά με τις επιτρεπόμενες περιοχές και
περιόδους συλλήψεως, ιδίως διά της πρακτικής της παγίδευσης εντός των περιοχών
του δικτύου «Natura 2000», ήταν μάλλον συχνή στη διάρκεια της φθινοπωρινής περιόδου συλλήψεως
του έτους 2014.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Μάλτα παρέβη
τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία.
[1] Οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής
Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (EE 2010, L 20, σ. 7)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου