O Ευρωπαϊκός Νότος δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο κάθε αναγνώστης έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή.


Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ επικυρώνει την απόφαση με την οποία η Επιτροπή ενέκρινε τις ενισχύσεις του Ηνωμένου Βασιλείου υπέρ του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point C


Ως εκ τούτου απορρίπτει την προσφυγή της Αυστρίας, υπέρ της οποίας είχε παρέμβει το Λουξεμβούργο
Με απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2014[1], η Επιτροπή ενέκρινε τις ενισχύσεις που το Ηνωμένο Βασίλειο προτίθεται να χορηγήσει υπέρ της μονάδας C του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point (που βρίσκεται στο Somerset, στις ακτές του Ηνωμένου Βασιλείου), με σκοπό να ενθαρρύνει τη δημιουργία νέων ικανοτήτων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Η θέση σε λειτουργία της εν λόγω μονάδας προβλέπεται για το 2023 και η αναμενόμενη διάρκεια λειτουργίας της είναι 60 έτη.   
Οι ενισχύσεις αυτές, οι οποίες διαιρούνται σε τρία μέρη, προβλέπονται υπέρ του μελλοντικού φορέα εκμετάλλευσης της μονάδας C, ήτοι της εταιρίας NNB Generation
(θυγατρικής της EDF Energy).
Πρώτον, μια «σύμβαση επί διαφοράς»[2] σκοπεί να διασφαλίσει σταθερότητα των τιμών αναφορικά με τις πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας και αποζημίωση σε περίπτωση πρόωρης παύσης της λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού. Δεύτερον, μια συμφωνία μεταξύ των επενδυτών της NNB Generation και του Υφυπουργού Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής του Ηνωμένου Βασιλείου εγγυάται μια τέτοια αποζημίωση σε περίπτωση πρόωρης παύσης της λειτουργίας για πολιτικούς λόγους[3]. Τρίτον, μια κρατική εγγύηση πιστώσεων του Ηνωμένου Βασιλείου όσον αφορά τα ομόλογα που θα εκδοθούν από την NNB Generation σκοπεί να διασφαλίσει την έγκαιρη καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων των εγκεκριμένων χρεωστικών τίτλων, μέχρι του ποσού των 17 δισεκατομμυρίων λιρών στερλινών (GBP).
Με την απόφασή της, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι επίμαχες ενισχύσεις ήταν συμβατές με την εσωτερική αγορά[4]. Κατά την Επιτροπή, οι ενισχύσεις είναι απαραίτητες προκειμένου να επιτευχθεί εγκαίρως ο σκοπός της δημιουργίας νέων ικανοτήτων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, εξυπακουομένου ότι ο κίνδυνος στρεβλώσεων του ανταγωνισμού είναι περιορισμένος και οι αρνητικές συνέπειές τους αντισταθμίζονται από τις θετικές.
Η Αυστρία ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ. Στη διάρκεια της διαδικασίας το Λουξεμβούργο παρενέβη υπέρ της Αυστρίας, ενώ η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Ρουμανία, η Σλοβακία και το Ηνωμένο Βασίλειο παρενέβησαν υπέρ της Επιτροπής.
Με τη σημερινή απόφασή του το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή της Αυστρίας.
Το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί καταρχάς ότι οι κανόνες της Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων έχουν εφαρμογή σε μέτρα στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας όπως τα επίμαχα εν προκειμένω. Εντούτοις, στο πλαίσιο της εφαρμογής των κανόνων αυτών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις και οι σκοποί της Συνθήκης Ευρατόμ.
Εν συνεχεία, όσον αφορά το επιχείρημα της Αυστρίας ότι η προώθηση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από πυρηνική ενέργεια δεν συνιστά σκοπό «κοινού» συμφέροντος δυνάμενο να δικαιολογήσει την ενίσχυση για την ανάπτυξη ορισμένης δραστηριότητας, το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει ότι ο σκοπός που επιδιώκει ένα κράτος μέλος πρέπει να είναι σκοπός γενικού συμφέροντος και όχι απλώς σκοπός ιδιωτικού συμφέροντος του δικαιούχου της ενισχύσεως. Αντιθέτως, δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί συμφέρον όλων ή των περισσοτέρων κρατών μελών. Επομένως, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη καθόσον έκρινε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούσε να ορίσει την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας ως τον επιδιωκόμενο με τα μέτρα ενίσχυσης σκοπό δημοσίου συμφέροντος, μολονότι ο σκοπός αυτός δεν είναι κοινός σε όλα τα κράτη μέλη.
Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς ότι ο σκοπός της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας και, ειδικότερα, της ενθαρρύνσεως της δημιουργίας νέων ικανοτήτων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας συνδέεται με τον σκοπό της Κοινότητας Ευρατόμ που συνίσταται στη διευκόλυνση των επενδύσεων στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας. Εξάλλου, από τη Συνθήκη ΛΕΕ προκύπτει ότι κάθε κράτος μέλος έχει δικαίωμα να επιλέγει μεταξύ των διαφόρων πηγών ενέργειας εκείνες τις οποίες προτιμά.
Όσον αφορά το επιχείρημα της Αυστρίας ότι η τεχνολογία που χρησιμοποιείται στο Hinkley Point C δεν είναι νέα, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ούτε οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων  ούτε η Συνθήκη Ευρατόμ απαιτούν την ύπαρξη τεχνολογικής καινοτομίας. Εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητείται ότι η τεχνολογία η οποία θα χρησιμοποιηθεί στο Hinkley Point C είναι πιο προηγμένη από εκείνη η οποία χρησιμοποιείται στους πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής που πρόκειται να αντικατασταθούν.
Το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει επίσης τα επιχειρήματα της Αυστρίας ότι η παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν ήταν αναγκαία. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή ορθώς κατέληξε ότι, δεδομένης της απουσίας χρηματοπιστωτικών μέσων της αγοράς και άλλων ειδών συμβάσεων για την προστασία έναντι των ουσιαστικών κινδύνων[5] στους οποίους είναι εκτεθειμένες οι επενδύσεις στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, ήταν απαραίτητη η κρατική παρέμβαση για την έγκαιρη δημιουργία νέων ικανοτήτων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας.
Όσον αφορά την αναλογικότητα των επίμαχων ενισχύσεων, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, μεταξύ άλλων, ότι η Αυστρία δεν κατόρθωσε να αντικρούσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής κατά τις οποίες δεν ήταν ρεαλιστικό να αναμένεται ότι, εντός της ίδιας προθεσμίας με εκείνη που προβλέπεται για την κατασκευή του Hinkley Point C, ένα συγκρίσιμο δυναμικό ικανοτήτων παραγωγής αιολικής ενέργειας μπορούσε να κατασκευαστεί, λαμβανομένου υπόψη του διαλείποντος χαρακτήρα αυτής της ανανεώσιμης πηγής ενέργειας.
Επιπλέον, η Αυστρία δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι η στάθμιση, από την Επιτροπή, των θετικών και αρνητικών συνεπειών των επίμαχων μέτρων ενέχει πρόδηλη πλάνη. Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει, συναφώς, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει δικαίωμα να καθορίσει το ενεργειακό του μείγμα και να διατηρήσει την πυρηνική ενέργεια ως πηγή στο πλαίσιο του μείγματος αυτού και ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρει η Επιτροπή, το έργο κατασκευής του Hinkley Point C σκοπεί αποκλειστικά να αποτρέψει μια δραστική μείωση της συμβολής της πυρηνικής ενέργειας στις συνολικές ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια.
Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των επίμαχων μέτρων, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτά προορίζονται να επιτρέψουν στην NNB Generation να δεσμευτεί ότι θα επενδύσει στην κατασκευή του Hinkley Point C και διευκρινίζει συναφώς ότι τίποτε δεν εμποδίζει να κηρυχθεί συμβατή με την εσωτερική αγορά μια ενίσχυση που επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος, η οποία είναι κατάλληλη και αναγκαία για την επίτευξη αυτού του σκοπού και η οποία δεν επηρεάζει τους όρους των συναλλαγών σε βαθμό αντίθετο προς το κοινό συμφέρον, ανεξαρτήτως του αν πρέπει να χαρακτηρισθεί ως επενδυτική ενίσχυση ή λειτουργική ενίσχυση.
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει το επιχείρημα της Αυστρίας ότι το Ηνωμένο Βασίλειο όφειλε να προκηρύξει διαγωνισμό για το έργο Hinkley Point C. Συγκεκριμένα, τα επίμαχα μέτρα δεν συνιστούν δημόσια σύμβαση ή παραχώρηση, αλλά απλή επιχορήγηση, δεδομένου ότι δεν επιτρέπουν στο Ηνωμένο Βασίλειο να απαιτήσει από την NNB Generation ούτε να κατασκευάσει το Hinkley Point C ούτε να προμηθεύει ηλεκτρική ενέργεια.


[1] Απόφαση (ΕΕ) 2015/658 της Επιτροπής, της 8ης Οκτωβρίου 2014, σχετικά με το μέτρο ενίσχυσης SA.34947 (2013/C) (πρώην 2013/N) που προτίθεται να εφαρμόσει το Ηνωμένο Βασίλειο με σκοπό τη στήριξη του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point C (ΕΕ 2015, L 109, σ. 44· βλ. επίσης το ανακοινωθέν Τύπου της Επιτροπής IP/14/1093).
[2] Οι αντισυμβαλλόμενοι στη σύμβαση αυτή είναι η NNB Generation και η εταιρία Low Carbon Contracts, μια οντότητα που θα χρηματοδοτηθεί βάσει συμφωνίας η οποία θα δεσμεύει συλλογικά όλους τους αδειοδοτηθέντες προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας.
[3] Το πλεονέκτημα που εντοπίζει η Επιτροπή περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο συμβατικό δικαίωμα το οποίο παρέχει στους επενδυτές τη δυνατότητα να αποζημιωθούν κατά τρόπο ταχύ και βέβαιο. Η καταβολή αποζημιώσεως, αυτή καθεαυτή, η οποία στηρίζεται στις γενικές αρχές του βρετανικού δικαίου και του δικαίου της Ένωσης, δεν συνιστά, κατά την Επιτροπή, κρατική ενίσχυση.
[4] Κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γ’, ΣΛΕΕ, μια ενίσχυση δύναται να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά εφόσον σκοπεί στην ανάπτυξη μιας δραστηριότητας που αποτελεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος και εφόσον είναι κατάλληλη, αναγκαία και μη δυσανάλογη.
[5] Οι κίνδυνοι αυτοί συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την υψηλή αρχική δαπάνη, με τη μεγάλη διάρκεια κατασκευής, με τη μακρά περίοδο απόσβεσης του κόστους της επένδυσης, με την εξαιρετικά μακροχρόνια και περίπλοκη διάρκεια ζωής, με την αβέβαιη εξέλιξη των τιμών χονδρικής, με τις δαπάνες που αφορούν τον παροπλισμό καθώς και με τους κινδύνους δεσμεύσεως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου