Τέτοια
εθνικά μέτρα υπερβαίνουν το μέτρο που
είναι αναγκαίο για την επίτευξη των
σκοπών προστασίας των εργαζομένων,
πάταξης της απάτης ιδίως στον τομέα της
κοινωνικής νομοθεσίας, καθώς και πρόληψης
των καταχρηστικών πρακτικώνΗ
Čepelnik, εταιρία εδρεύουσα στη Σλοβενία,
παρέσχε στον Μichael Vavti
υπηρεσίες στον τομέα των κατασκευών
έναντι ποσού 12 200 ευρώ. Οι εργασίες
εκτελέστηκαν από αποσπασμένους
εργαζομένους στην οικία του Μ. Vavti που
βρίσκεται στην Αυστρία. Ο Μ. Vavti προκατέβαλε
στην Čepelnik ποσό 7 000 ευρώ.
Το
2016 η αυστριακή οικονομική αστυνομία
διενήργησε έλεγχο στο εργοτάξιο και
διαπίστωσε σε βάρος της Čepelnik δύο
διοικητικές παραβάσεις της εργατικής
νομοθεσίας. Κατόπιν της
διαπιστώσεως
αυτής, η οικονομική αστυνομία επέβαλε
στον Μ. Vavti υποχρέωση αναστολής πληρωμών
και ζήτησε από την αρμόδια διοικητική
αρχή (Bezirkshauptmannschaft Völkermarkt, διοικητική
αρχή της επαρχίας Völkermarkt, στο εξής: BHM
Völkermarkt) να υποχρεώσει τον Μ. Vavti στην
παροχή ασφάλειας για την εξασφάλιση
ενδεχόμενης απαιτήσεως από πρόστιμο
που θα μπορούσε να επιβληθεί στην
Čepelnik στο πλαίσιο της διαδικασίας η
οποία θα κινούνταν μετά τη διενέργεια
του ως άνω ελέγχου. Η οικονομική αστυνομία
ζήτησε το ποσό της ασφάλειας αυτής να
οριστεί στο ύψος του οφειλόμενου
υπολοίπου της συμφωνημένης αμοιβής,
ήτοι σε ποσό 5 200 ευρώ. Η BHM Völkermarkt δέχθηκε
το ως άνω αίτημα και ο Μ. Vavti κατέβαλε
ασφάλεια ισόποση με το εν λόγω υπόλοιπο.
Κατά
της Čepelnik κινήθηκε διαδικασία για τις
προσαπτόμενες διοικητικές παραβάσεις.
Τον Οκτώβριο 2016 επιβλήθηκαν στην Čepelnik
πρόστιμα 1 000 ευρώ και 8 000 ευρώ για τις
παραβάσεις αυτές.
Μετά
την αποπεράτωση των εργασιών, η Čepelnik
χρέωσε στον Μ. Vavti ποσό 5 000 ευρώ. Ο Μ. Vavti
αρνήθηκε να καταβάλει το ζητούμενο ποσό
υποστηρίζοντας ότι είχε παράσχει
ασφάλεια ύψους 5 200 ευρώ
στη BHM Völkermarkt.
Κατόπιν τούτου, η Čepelnik άσκησε αγωγή
κατά του M. Vavti για την εξόφληση του
οφειλόμενου υπολοίπου της συμφωνημένης
αμοιβής.
Το
Bezirksgericht Bleiburg/Okrajno Sodišče
Pliberk (περιφερειακό
δικαστήριο του Bleiburg, Αυστρία) ζητεί από
το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το
δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει σε κράτος
μέλος να προβλέψει ότι όποιος έχει
αναθέσει την εκτέλεση εργασιών εντός
του κράτους μέλους αυτού υποχρεούται
σε αναστολή πληρωμών και σε παροχή
ασφάλειας ισόποσης προς το οφειλόμενο
υπόλοιπο της συμφωνημένης αμοιβής,
εφόσον η αναστολή αυτή και η ασφάλεια
αυτή έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την
εξασφάλιση της εισπράξεως ενδεχόμενου
προστίμου που θα μπορούσε μεταγενεστέρως,
στο πλαίσιο χωριστής διαδικασίας, να
επιβληθεί στον πάροχο υπηρεσιών ο οποίος
εκτέλεσε τις εν λόγω εργασίες και είναι
εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος.
Με
τη σημερινή απόφασή του, το
Δικαστήριο επισημαίνει, καταρχάς, ότι
η οδηγία για τις υπηρεσίες1
δεν τυγχάνει εφαρμογής επί μέτρων όπως
εκείνα που προβλέπει η επίμαχη αυστριακή
ρύθμιση. Πράγματι, από
το γράμμα της εν λόγω οδηγίας προκύπτει
ότι αυτή «δεν θίγει το εργατικό δίκαιο»,
έννοια στην οποία δίδει ευρύ ορισμό. Το
Δικαστήριο παρατηρεί ότι η σχετική
διάταξη δεν κάνει διάκριση μεταξύ,
αφενός, των κανόνων του ουσιαστικού
εργατικού δικαίου, και, αφετέρου, των
κανόνων περί των μέτρων που προβλέπονται
για τη διασφάλιση της τηρήσεως των
ουσιαστικών αυτών κανόνων και εκείνων
που αποσκοπούν στη διασφάλιση της
αποτελεσματικότητας των κυρώσεων που
επιβάλλονται σε περίπτωση μη τηρήσεως
των κανόνων αυτών.
Το
Δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι, με
τη θέσπιση της ως άνω οδηγίας, ο νομοθέτης
της Ένωσης επιδίωξε να διασφαλίσει την
εξισορρόπηση, αφενός, του σκοπού άρσεως
των εμποδίων στην ελευθερία εγκαταστάσεως
των παρόχων υπηρεσιών καθώς και στην
ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών και,
αφετέρου, της επιταγής διασφαλίσεως
υψηλού επιπέδου προστασίας των σκοπών
γενικού συμφέροντος, ιδίως της υποχρεώσεως
συμμορφώσεως με το εργατικό δίκαιο. Το
Δικαστήριο παρατηρεί ότι η καθιέρωση,
μέσω εθνικής ρυθμίσεως, αποτρεπτικών
μέτρων με σκοπό την εξασφάλιση της
συμμορφώσεως προς τους κανόνες του
ουσιαστικού εργατικού δικαίου και προς
τους κανόνες που αποσκοπούν στη διασφάλιση
της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων
που επιβάλλονται σε περίπτωση μη τηρήσεως
των ουσιαστικών αυτών κανόνων συμβάλλει
στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας
του σκοπού γενικού συμφέροντος ο οποίος
συνίσταται στην υποχρέωση συμμορφώσεως
με το εργατικό δίκαιο.
Βάσει
των στοιχείων αυτών, το Δικαστήριο
συνάγει ότι η σχετική με το «εργατικό
δίκαιο» εξαίρεση την οποία προβλέπει
η οδηγία καταλαμβάνει μια τέτοια εθνική
ρύθμιση.
Με
δεδομένο ότι η οδηγία για τις υπηρεσίες
δεν τυγχάνει εφαρμογής, το Δικαστήριο
εξετάζει στη συνέχεια αν ρύθμιση όπως
η επίμαχη συνάδει με την ελεύθερη παροχή
των υπηρεσιών2.
Υπενθυμίζει συναφώς ότι ως περιορισμοί
της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών
νοούνται όλα τα μέτρα που απαγορεύουν,
δυσχεραίνουν ή καθιστούν λιγότερο
ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας
αυτής. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι
μέτρα δυνάμει των οποίων ο κύριος του
έργου, σε περίπτωση εύλογης υπόνοιας
περί διοικητικής παραβάσεως της εθνικής
εργατικής νομοθεσίας από τον πάροχο
των υπηρεσιών, υποχρεούται να αναστείλει
τις πληρωμές που οφείλει στον
αντισυμβαλλόμενό του και να παράσχει
ασφάλεια ισόποση με το οφειλόμενο
υπόλοιπο της συμφωνημένης για το έργο
αμοιβής είναι ικανά, αφενός, να αφαιρέσουν
από τον αποδέκτη των υπηρεσιών τη
δυνατότητα να κρατήσει μέρος αυτού του
ποσού εν είδει αποζημιώσεως για την
περίπτωση πλημμελούς ή καθυστερημένης
εκτελέσεως των εργασιών και, αφετέρου,
να αποστερήσουν τον πάροχο υπηρεσιών
από το δικαίωμα να απαιτήσει την καταβολή
του οφειλόμενου υπολοίπου της συμφωνημένης
αμοιβής. Επομένως, τα μέτρα αυτά
συνεπάγονται περιορισμό της ελεύθερης
παροχής των υπηρεσιών.
Εντούτοις,
το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι τέτοιος
περιορισμός μπορεί να επιτραπεί εφόσον
ανταποκρίνεται σε επιτακτικούς λόγους
γενικού συμφέροντος, είναι κατάλληλος
για την επίτευξη του σκοπού τον οποίον
επιδιώκει και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο
για την επίτευξή του μέτρο.
Όσον
αφορά τους σκοπούς της κοινωνικής
προστασίας των εργαζομένων, της πάταξης
της απάτης ιδίως στον τομέα της κοινωνικής
νομοθεσίας, καθώς και της πρόληψης των
καταχρηστικών πρακτικών, το Δικαστήριο
επισημαίνει ότι τα προβλεπόμενα με την
επίμαχη αυστριακή ρύθμιση μέτρα, τα
οποία αποσκοπούν στη διασφάλιση της
αποτελεσματικότητας των κυρώσεων που
θα μπορούσαν να επιβληθούν στον πάροχο
υπηρεσιών σε περίπτωση παραβάσεως της
εργατικής νομοθεσίας, μπορούν να
θεωρηθούν κατάλληλα για την επίτευξη
των εν λόγω σκοπών. Αντιθέτως, όσον αφορά
την αναλογικότητα της ρυθμίσεως αυτής
σε σχέση με τους ως άνω σκοπούς, το
Δικαστήριο παρατηρεί ότι η εν λόγω
ρύθμιση επιτρέπει τη λήψη τέτοιων μέτρων
πριν ακόμη η αρμόδια αρχή διαπιστώσει
διοικητική παράβαση της εθνικής εργατικής
νομοθεσίας. Επιπλέον, η ίδια αυτή ρύθμιση
δεν προβλέπει τη δυνατότητα του παρόχου
υπηρεσιών σε βάρος του οποίου υφίσταται
τέτοια εύλογη υπόνοια να διατυπώσει,
πριν από τη λήψη των εν λόγω μέτρων, τις
παρατηρήσεις του επί των πραγματικών
περιστατικών που του προσάπτονται.
Τέλος, το ποσό της ασφάλειας που ενδέχεται
να υποχρεωθεί να καταβάλει ο ενδιαφερόμενος
αποδέκτης υπηρεσιών, δεδομένου ότι
μπορεί να καθοριστεί από τις αρμόδιες
αρχές χωρίς να ληφθούν υπόψη τυχόν
κατασκευαστικά ελαττώματα ή άλλες
παραλείψεις του παρόχου υπηρεσιών κατά
την εκτέλεση της συμβάσεως έργου, είναι
δυνατόν να υπερβεί, αναλόγως της
περιπτώσεως κατά πολύ, το ποσό που θα
πρέπει κανονικά να καταβάλει ο
ενδιαφερόμενος κύριος του έργου μετά
την αποπεράτωση των εργασιών.
Από
τα ανωτέρω το Δικαστήριο συνάγει το
συμπέρασμα ότι ρύθμιση
κράτους μέλους κατά την οποία οι αρμόδιες
αρχές δύνανται να επιβάλουν σε κύριο
έργου εγκατεστημένο στο κράτος μέλος
αυτό υποχρέωση αναστολής πληρωμών προς
αντισυμβαλλόμενό του εγκατεστημένο σε
άλλο κράτος μέλος, ακόμη και υποχρέωση
παροχής ασφάλειας ισόποσης προς το
οφειλόμενο υπόλοιπο της συμφωνημένης
για το έργο αμοιβής, με σκοπό την
εξασφάλιση της εισπράξεως ενδεχόμενου
προστίμου που θα μπορούσε να επιβληθεί
στον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο σε
περίπτωση αποδεδειγμένης παραβάσεως
του εργατικού δικαίου του πρώτου κράτους
μέλους, υπερβαίνει το μέτρο που είναι
αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών
προστασίας των εργαζομένων, πάταξης
της απάτης ιδίως στον τομέα της κοινωνικής
νομοθεσίας, καθώς και πρόληψης των
καταχρηστικών πρακτικών.
1
Οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου
2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην
εσωτερική αγορά (ΕΕ 2006, L 376,
σ. 36).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου