O Ευρωπαϊκός Νότος δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο κάθε αναγνώστης έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή.


Κυριακή, 31 Μαΐου 2020

Το Γενικό Δικαστήριο ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής περί μη εγκρίσεως του σχεδίου εξαγοράς της Telefónica UK από την Hutchison 3G UK στην αγορά της κινητής τηλεφωνίας

Στις 11 Μαΐου 2016 1, η Επιτροπή εξέδωσε, δυνάμει του κανονισμού για τις συγκεντρώσεις 2, απόφαση περί μη εγκρίσεως του σχεδίου εξαγοράς της Telefónica UK (στο εξής: O2) από την Hutchison 3G UK 3 (στο εξής: Three).
Κατά την Επιτροπή, η εν λόγω εξαγορά θα οδηγήσει στην εξαφάνιση ενός σημαντικού ανταγωνιστή από την αγορά της κινητής τηλεφωνίας του Ηνωμένου Βασιλείου, η δε οντότητα που θα προκύψει από τη συγκέντρωση θα έχει να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό δύο μόνο φορέων εκμετάλλευσης κινητού δικτύου, της Everything Everywhere (EE), η οποία ανήκει στην British Telecom και της Vodafone. Η Επιτροπή έκρινε ότι αυτή η μείωση των ανταγωνιστών από τέσσερις σε τρείς πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα να επιφέρει αύξηση των τιμών στις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας στο Ηνωμένο Βασίλειο και περιορισμό των επιλογών των καταναλωτών. Η εξαγορά μπορεί επίσης να επηρεάσει αρνητικά την ποιότητα των υπηρεσιών προς τους καταναλωτές εμποδίζοντας την ανάπτυξη των υποδομών του κινητού δικτύου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τέλος, με τη σχεδιαζόμενη εξαγορά μειώνεται ο αριθμός των φορέων εκμετάλλευσης κινητού δικτύου που θα επιθυμούσαν να φιλοξενήσουν άλλους φορείς κινητής τηλεφωνίας στα δίκτυά τους.
Η Three προσέφυγε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητώντας την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής.
Με τη σημερινή απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο δέχεται την προσφυγή και ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής.
I ­– Τα αποτελέσματα της εξαγοράς επί των τιμών και επί της ποιότητας των υπηρεσιών προς τους καταναλωτές δεν αποδείχθηκαν κατά νόμο και με τον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης
Η εκτίμηση της Επιτροπής στηριζόταν στην άποψη ότι η εξαγορά πρόκειται να εξαλείψει τον ανταγωνισμό μεταξύ δύο ισχυρών επιχειρήσεων στην βρετανική αγορά κινητής τηλεφωνίας, εκ των οποίων η μία, η Three, αποτελεί σημαντικό παράγοντα του ανταγωνισμού στη βρετανική αγορά κινητής τηλεφωνίας και η άλλη, η O2, κατέχει ισχυρή θέση: από κοινού, οι δύο επιχειρήσεις έχουν ηγετική θέση στην αγορά, με μερίδιο περίπου 40 %. Ειδικότερα, η Επιτροπή θεώρησε ότι είναι πιθανό η οντότητα που θα προκύψει από την εξαγορά να επιδείξει λιγότερο επιθετική ανταγωνιστική συμπεριφορά, να αυξήσει τις τιμές, η δε εξαγορά μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες επί της ικανότητας των άλλων επιχειρήσεων να ασκούν ανταγωνισμό μέσω των τιμών και επί άλλων παραμέτρων (καινοτομία, ποιότητα του δικτύου).
Μετά την αποσαφήνιση του περιεχομένου της τροποποίησης που επέφερε ο κανονισμός περί συγκεντρώσεων, καθώς και του βάρους απόδειξης και του απαιτούμενου βαθμού απόδειξης στον τομέα των συγκεντρώσεων, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογή των κριτηρίων αξιολόγησης που στηρίζονται στα λεγόμενα «μονομερή» (ή «μη συντονισμένα») αποτελέσματα – ήτοι, στην έννοια του «σημαντικού παράγοντα του ανταγωνισμού», στην αμεσότητα του ανταγωνισμού μεταξύ των Three και O2 και στην ποσοτική ανάλυση των αποτελεσμάτων της εξαγοράς επί των τιμών – ενέχει πλάνη περί το δίκαιο και πλήθος σφαλμάτων εκτίμησης.
Το Γενικό Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι ο κανονισμός περί συγκεντρώσεων παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να απαγορεύει, υπό ορισμένες περιστάσεις, σε ολιγοπωλιακές αγορές, συγκεντρώσεις οι οποίες, καίτοι δεν δημιουργούν ή ενισχύουν ατομική ή συλλογική δεσπόζουσα θέση, είναι ικανές να επηρεάσουν τις συνθήκες του ανταγωνισμού στην αγορά σε βαθμό συγκρίσιμο με εκείνον που αποδίδεται σε τέτοιες θέσεις, απονέμοντας στην προκύπτουσα από τη συγκέντρωση οντότητα τέτοια ισχύ ώστε να μπορεί να καθορίζει από μόνη της τις παραμέτρους του ανταγωνισμού και, ιδίως, να καθορίζει, αντί να αποδέχεται, τις τιμές. Πάντως, η μείωση της ανταγωνιστικής πίεσης επί των υπολοίπων ανταγωνιστών δεν επαρκεί καταρχήν, αφεαυτής, ώστε να αποδειχθεί η ύπαρξη σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στο πλαίσιο θεωρίας περί ζημίας η οποία στηρίζεται στα μη συντονισμένα αποτελέσματα.
Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της Three ως «σημαντικού παράγοντα του ανταγωνισμού», το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλμα κρίνοντας ότι δεν είναι αναγκαίο μια επιχείρηση να διαχωριστεί από τους ανταγωνιστές της όσον αφορά την επίδρασή της στον ανταγωνισμό. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή, στηριζόμενη στη θέση αυτή, θα μπορούσε να χαρακτηρίσει ως «σημαντικό παράγοντα του ανταγωνισμού» κάθε λειτουργούσα σε ολιγοπωλιακή αγορά επιχείρηση η οποία ασκεί ανταγωνιστική πίεση.
Περαιτέρω, όσον αφορά την αξιολόγηση της αμεσότητας της σχέσης ανταγωνισμού, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, μολονότι η Επιτροπή απέδειξε ότι η Three και η O2 τελούν σε σχετικά άμεση ανταγωνιστική σχέση μεταξύ τους όσον αφορά μέρος των τμημάτων μιας αγοράς, η περίσταση αυτή δεν αρκεί αφεαυτής ώστε να αποδείξει, εν προκειμένω, την εξάλειψη των σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων που ασκούν αμοιβαίως οι μετέχουσες στη συγκέντρωση επιχειρήσεις και, κατά συνέπεια, την ύπαρξη σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού.
Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η ποσοτική ανάλυση των αποτελεσμάτων της συγκέντρωσης επί των τιμών, στην οποία προέβη η Επιτροπή, δεν αποδεικνύει με έναν αρκούντως υψηλό βαθμό πιθανότητας ότι πρόκειται να σημειωθεί μεγάλη αύξηση των τιμών.
II – Η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι τα αποτελέσματα της συγκέντρωσης επί των συμφωνιών για την κοινή χρήση δικτύων και υποδομών του κινητού δικτύου στο Ηνωμένο Βασίλειο συνιστούν σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού
Οι τέσσερις φορείς εκμετάλλευσης κινητού δικτύου που δραστηριοποιούνται σήμερα στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν συνάψει δύο συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου: αφενός, η EE και η Three ένωσαν τα δίκτυά τους υπό την ονομασία «Mobile Broadband Network Limited» - MBNL· αφετέρου, η Vodafone και η O2 ένωσαν τα δίκτυά τους για να δημιουργήσουν τη συμφωνία «Beacon». Με τον τρόπο αυτό μπορούν να μοιράζονται το κόστος για την ανάπτυξη των δικτύων τους παραμένοντας, παράλληλα, ανταγωνιστές σε επίπεδο λιανικής αγοράς.
Κατά την Επιτροπή, η μελλοντική ανάπτυξη του συνόλου των υποδομών κινητού δικτύου στο Ηνωμένο Βασίλειο ενδέχεται να εμποδιστεί καθόσον η οντότητα που θα προκύψει από τη συγκέντρωση θα μετέχει σε αμφότερες τις συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου, δηλαδή στις συμφωνίες MBNL και Beacon. Η οντότητα αυτή θα μπορεί να έχει συνολική εικόνα των σχεδίων των δύο άλλων ανταγωνιστών, της Vodafone και της EE και να τους αποδυναμώσει, παρακωλύοντας με τον τρόπο αυτό τη μελλοντική ανάπτυξη των υποδομών του κινητού δικτύου στη χώρα. Ειδικότερα, κατά την Επιτροπή, ένας από τους τρόπους αποδυνάμωσης της ανταγωνιστικής θέσης ενός εκ των δύο μετεχόντων στις συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου είναι η υποβάθμιση της ποιότητας του δικτύου της αντίστοιχης συμφωνίας. Τούτο είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τον μετέχοντα στη συμφωνία για την κοινή χρήση δικτύου το οποίο δεν θα αποτελέσει τη βάση του ενοποιημένου δικτύου της οντότητας που θα προκύψει από τη συγκέντρωση.
Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η πιθανή απόκλιση των συμφερόντων των συμβαλλομένων σε συμφωνία για την κοινή χρήση δικτύου, η διατάραξη της λειτουργίας των προϋφιστάμενων συμφωνιών για την κοινή χρήση δικτύου των οποίων η διάρκεια παρατάθηκε προς όφελος της Three, ακόμη δε και η λήξη των συμφωνιών αυτών, δεν συνιστούν αυτές καθαυτές σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στο πλαίσιο θεωρίας περί ζημίας στηριζόμενης σε μη συντονισμένα αποτελέσματα.
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο σημειώνει, πρώτον, ότι δεν αναλύθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση τα αποτελέσματα της συγκέντρωσης όσον αφορά την πιθανή άσκηση ισχύος στην αγορά, υπό τη μορφή υποβάθμισης των προσφερόμενων υπηρεσιών ή της ποιότητας του ίδιου του δικτύου της από την οντότητα που θα προκύψει από τη συγκέντρωση, παρότι η αξιολόγηση της ενδεχόμενης εξάλειψης των σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων που οι μετέχουσες στη συγκέντρωση επιχειρήσεις ασκούν αμοιβαίως, καθώς και η ενδεχόμενη μείωση των ανταγωνιστικών πιέσεων επί των άλλων ανταγωνιστών βρίσκεται στον πυρήνα της αξιολόγησης των μη συντονισμένων αποτελεσμάτων που απορρέουν από τη συγκέντρωση.
Το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί, δεύτερον, ότι, ακόμη και αν η οντότητα που θα προκύψει από τη συγκέντρωση προκρίνει τη μία εκ των δύο συμφωνιών για την κοινή χρήση δικτύου, έχοντας κίνητρο να μειώσει το συνδεόμενο με το άλλο δίκτυο κόστος, τούτο δεν θα μπορούσε να επηρεάσει δυσανάλογα τη θέση του άλλου μετέχοντος στη συμφωνία για την κοινή χρήση δικτύου ούτε να αποτελέσει σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού, καθόσον η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι ο αντισυμβαλλόμενος δεν θα έχει ούτε την ικανότητα ούτε το συμφέρον να αντιδράσει σε αύξηση του κόστους του και απλώς θα σταματήσει να επενδύει στο δίκτυο. 
III – Τα αποτελέσματα της συγκέντρωσης στην αγορά χονδρικής δεν εξετάστηκαν αρκούντως ώστε να αποδειχθεί η ύπαρξη σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού
Πέραν των τεσσάρων φορέων εκμετάλλευσης κινητού δικτύου, υπάρχουν στο Ηνωμένο Βασίλειο διάφοροι «εικονικοί» φορείς στη λιανική αγορά κινητής τηλεφωνίας, όπως η Virgin Media, η Talk Talk και η Dixons Carphone οι οποίοι, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους βρετανούς καταναλωτές, χρησιμοποιούν τις υποδομές των φορέων εκμετάλλευσης κινητού δικτύου που παρέχουν υπηρεσίες «φιλοξενίας».
Κατά την Επιτροπή, η εξάλειψη της Three ως «σημαντικού παράγοντα του ανταγωνισμού» και η επακόλουθη μείωση του αριθμού των κινητών δικτύων που παρέχουν υπηρεσίες φιλοξενίας καθιστούν δυσκολότερη τη διαπραγματευτική θέση των εικονικών φορέων όσον αφορά την απόκτηση ευνοϊκών συνθηκών πρόσβασης στην αγορά χονδρικής.
Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι ούτε τα μερίδια αγοράς στην αγορά χονδρικής που κατέχει η Three ούτε η πρόσφατη εξέλιξή τους δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως «σημαντικού παράγοντα του ανταγωνισμού». Απλώς και μόνο το γεγονός ότι η Three διαδραματίζει σημαντικότερο ρόλο στον ανταγωνισμό απʼ όσο δείχνει το μερίδιό της στην αγορά δεν επαρκεί ως απόδειξη της ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού, ιδίως καθόσον δεν αμφισβητήθηκε ότι το μερίδιο αγοράς της Three είναι μικρό.

Υπόθεση T‑399/16

CK Telecoms UK Investments Ltd

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (πρώτο πενταμελές τμήμα) της 28ης Μαΐου 2020

«Ανταγωνισμός – Συγκεντρώσεις – Δραστηριότητες ασύρματης τηλεπικοινωνίας – Αγορά λιανικής των υπηρεσιών κινητών τηλεπικοινωνιών – Αγορά χονδρικής των υπηρεσιών πρόσβασης και εκκίνησης κλήσεων στα δημόσια κινητά δίκτυα – Απόκτηση της Telefónica Europe από την Hutchison – Απόφαση κηρύσσουσα τη συγκέντρωση μη συμβατή με την εσωτερική αγορά – Ολιγοπωλιακή αγορά – Σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού – Μη συντονισμένα αποτελέσματα – Βάρος απόδειξης – Απαίτηση περί αποδείξεων – Μερίδια αγοράς – Αποτελέσματα της συγκέντρωσης επί των τιμών – Ποσοτική ανάλυση της αναμενόμενης ανοδικής πίεσης στις τιμές – Άμεσοι ανταγωνιστές – Σημαντική ανταγωνιστική πίεση – Σημαντικός παράγοντας ανταγωνισμού»

  1. Προσφυγή ακυρώσεως – Απόφαση εφαρμογής των κανόνων που διέπουν τις συγκεντρώσεις επιχειρήσεων – Περίπλοκη οικονομική εκτίμηση – Δικαστικός έλεγχος – Έκταση και όρια – Έλεγχος της εφαρμογής του δικαίου στα πραγματικά περιστατικά – Έλεγχος της εκτίμησης των αποτελεσμάτων της συγκέντρωσης επί του ανταγωνισμού

(Άρθρο. 263 ΣΛΕΕ· κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου, άρθρα 2 και 8· απόφαση 88/591 του Συμβουλίου, αιτιολογική σκέψη 3)

(βλ. σκέψεις 72-76)

  1. Συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων – Εκτίμηση της συμβατότητάς τους με την εσωτερική αγορά – Συγκέντρωση η οποία δεν δημιουργεί ούτε ενισχύει δεσπόζουσα θέση – Απαγορεύεται – Προϋποθέσεις – Συγκέντρωση σε ολιγοπωλιακή αγορά η οποία επιφέρει μη συντονισμένα αποτελέσματα – Απόδειξη της ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά – Κριτήρια εκτίμησης – Εξάλειψη των σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων που ασκούν αμοιβαίως οι μετέχουσες στη συγκέντρωση επιχειρήσεις – Μείωση των ανταγωνιστικών πιέσεων επί των άλλων ανταγωνιστών – Σωρευτικές προϋποθέσεις

(Άρθρο 3 § 3 ΣΕΕ· κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου, αιτιολογικές σκέψεις 5, 6, 8, 24, 25 και 26 και άρθρο 2 § 3)

(βλ. σκέψεις 81-97, 102-104, 359)

  1. Προσφυγή ακυρώσεως – Αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης – Ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης – Ερμηνεία των κανόνων που διέπουν τις συγκεντρώσεις επιχειρήσεων – Κατευθυντήριες γραμμές που θεσπίζει η Επιτροπή – Προηγούμενη πρακτική της Επιτροπής όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων – Δεσμευτικός χαρακτήρας – Δεν υφίσταται – Ευχέρεια του δικαστή να υιοθετήσει τις οικονομικές ή τις νομικές κατευθύνσεις και εκτιμήσεις της Επιτροπής

(Άρθρο 19 ΣΕΕ· ανακοίνωση 2004/C 31/03 της Επιτροπής)

(βλ. σκέψεις 100, 101, 163)

  1. Συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων – Εκτίμηση της συμβατότητάς τους με την εσωτερική αγορά – Συγκέντρωση η οποία δεν δημιουργεί ούτε ενισχύει δεσπόζουσα θέση – Συγκέντρωση σε ολιγοπωλιακή αγορά η οποία επιφέρει μη συντονισμένα αποτελέσματα – Ανάλυση των προοπτικών εξέλιξης της αγοράς – Απαιτήσεις περί αποδείξεων – Εκτίμηση της πιθανής μελλοντικής συμπεριφοράς της συγχωνευόμενης οντότητας και των ανταγωνιστών της – Εκτίμηση της σοβαρής πιθανότητας επέλευσης σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά ως άμεσης και απευθείας συνέπειας της συγκέντρωσης – Περιεχόμενο της έννοιας του βάρους απόδειξης – Απαίτηση περί αποδείξεων βαίνουσα πέραν της εύλογης αμφιβολίας – Δικαστικός έλεγχος

(Κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου)

(βλ. σκέψεις 107-118, 332, 368)

  1. Συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων – Εξέτασή τους από την Επιτροπή – Καθορισμός της οικείας αγοράς – Κριτήρια – Δυνατότητα υποκατάστασης των προϊόντων – Στοιχεία εκτίμησης – Συνθήκες του ανταγωνισμού στην αγορά – Διάρθρωση της προσφοράς και της ζήτησης

(Κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου)

(βλ. σκέψεις 144-146)

  1. Συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων – Εκτίμηση της συμβατότητάς τους με την εσωτερική αγορά – Συγκέντρωση η οποία δεν δημιουργεί ούτε ενισχύει δεσπόζουσα θέση – Συγκέντρωση σε ολιγοπωλιακή αγορά η οποία επιφέρει μη συντονισμένα αποτελέσματα – Απόδειξη της ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά – Κριτήρια εκτίμησης – Εξάλειψη επιχείρησης η οποία συνιστά «σημαντικό παράγοντα του ανταγωνισμού» – Έννοια – Επιχείρηση η οποία διαδραματίζει σημαντικότερο ανταγωνιστικό ρόλο από όσο δείχνουν τα μερίδιά της στην αγορά – Δεν εμπίπτει – Παραμόρφωση του περιεχομένου της έννοιας – Πλάνη περί το δίκαιο – Εσφαλμένη εκτίμηση

(Κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου, αιτιολογική σκέψη 25 και άρθρο 2 § 3· ανακοίνωση της Επιτροπής 2004/C 31/03, σημεία 37 και 38)

(βλ. σκέψεις 171-175)

  1. Συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων – Εκτίμηση της συμβατότητάς τους με την εσωτερική αγορά – Συγκέντρωση η οποία δεν δημιουργεί ούτε ενισχύει δεσπόζουσα θέση – Συγκέντρωση σε ολιγοπωλιακή αγορά η οποία επιφέρει μη συντονισμένα αποτελέσματα – Απόδειξη της ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά – Κριτήρια εκτίμησης – Εξάλειψη επιχείρησης η οποία συνιστά «σημαντικό παράγοντα του ανταγωνισμού» ή ασκεί σημαντική ανταγωνιστική πίεση στην αγορά – Στοιχεία εκτίμησης – Λιανική αγορά κινητής τηλεφωνίας – Ανεπάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων – Σφάλματα εκτίμησης

(Κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 3· ανακοίνωση της Επιτροπής 2004/C 31/03, σημεία 37 και 38)

(βλ. σκέψεις 183-190, 193-198, 212-216, 219-225)

  1. Συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων – Εκτίμηση της συμβατότητάς τους με την εσωτερική αγορά – Συγκέντρωση η οποία δεν δημιουργεί ούτε ενισχύει δεσπόζουσα θέση – Συγκέντρωση σε ολιγοπωλιακή αγορά η οποία επιφέρει μη συντονισμένα αποτελέσματα – Στοιχεία εκτίμησης – Συγκέντρωση μεταξύ δύο επιχειρήσεων δραστηριοποιούμενων στη λιανική αγορά κινητής τηλεφωνίας – Πλέον άμεσοι ανταγωνιστές – Έννοια – Ενδείξεις – Δυνατότητα υποκατάστασης μεταξύ των προϊόντων των μετεχουσών στη συγκέντρωση επιχειρήσεων – Βαθμός άμιλλας μεταξύ των μετεχουσών στη συγκέντρωση επιχειρήσεων – Ανεπάρκεια των αποδείξεων όσον αφορά την εξάλειψη των σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων που ασκούν αμοιβαίως οι μετέχουσες στη συγκέντρωση επιχειρήσεις – Εσφαλμένη εκτίμηση

(Κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου, αιτιολογική σκέψη 25 και άρθρο 2 § 3· ανακοίνωση της Επιτροπής 2004/C 31/03, σημείο 28)

(βλ. σκέψεις 234-250)

  1. Συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων – Εκτίμηση της συμβατότητάς τους με την εσωτερική αγορά – Συγκέντρωση η οποία δεν δημιουργεί ούτε ενισχύει δεσπόζουσα θέση – Συγκέντρωση σε ολιγοπωλιακή αγορά η οποία επιφέρει μη συντονισμένα αποτελέσματα – Συνεκτίμηση της βελτίωσης της αποτελεσματικότητας – Στοιχεία εκτίμησης – Αποδεικτική ισχύς των δεικτών ανοδικής πίεσης των τιμών – Όρια – Απόδειξη του ενδεχομένου να σημειωθεί σημαντική αύξηση των τιμών λόγω της εξάλειψης των σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων που ασκούν αμοιβαίως οι μετέχουσες στη συγκέντρωση επιχειρήσεις – Δεν υφίσταται – Εσφαλμένη εκτίμηση

(Κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 3· ανακοίνωση της Επιτροπής 2004/C 31/03, σημεία 76 και 78)

(βλ. σκέψεις 274-282)

  1. Συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων – Εκτίμηση της συμβατότητάς τους με την εσωτερική αγορά – Συγκέντρωση η οποία δεν δημιουργεί ούτε ενισχύει δεσπόζουσα θέση – Συγκέντρωση σε ολιγοπωλιακή αγορά η οποία επιφέρει μη συντονισμένα αποτελέσματα – Σφαιρική αξιολόγηση των μη συντονισμένων αποτελεσμάτων – Περιεχόμενο – Απόδειξη της ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά – Δεν υφίσταται – Πλάνη περί το δίκαιο – Εσφαλμένη εκτίμηση

(Κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 3· ανακοίνωση της Επιτροπής 2004/C 31/03, σημείο 25)

(βλ. σκέψεις 286-290)

  1. Συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων – Εκτίμηση της συμβατότητάς τους με την εσωτερική αγορά – Συγκέντρωση η οποία δεν δημιουργεί ούτε ενισχύει δεσπόζουσα θέση – Συγκέντρωση σε ολιγοπωλιακή αγορά η οποία επιφέρει μη συντονισμένα αποτελέσματα – Συγκέντρωση μεταξύ δύο επιχειρήσεων δραστηριοποιούμενων στην αγορά κινητής τηλεφωνίας οι οποίες συνδέονται αντιστοίχως με δύο άλλες επιχειρήσεις με συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου – Στοιχεία εκτίμησης – Ανάγκη αποτροπής κάθε ζημίας απορρέουσας από την ανατροπή της ευθυγράμμισης των συμφερόντων των συμβαλλομένων σε συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου – Νέα πρακτική λήψης αποφάσεων – Επιτρέπεται – Προϋποθέσεις

(Κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 3)

(βλ. σκέψεις 328-332)

  1. Συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων – Εκτίμηση της συμβατότητάς τους με την εσωτερική αγορά – Συγκέντρωση η οποία δεν δημιουργεί ούτε ενισχύει δεσπόζουσα θέση – Συγκέντρωση σε ολιγοπωλιακή αγορά η οποία επιφέρει μη συντονισμένα αποτελέσματα – Συγκέντρωση μεταξύ δύο επιχειρήσεων δραστηριοποιούμενων στην αγορά κινητής τηλεφωνίας οι οποίες συνδέονται αντιστοίχως με δύο άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις με συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου – Στοιχεία εκτίμησης – Ανατροπή της ευθυγράμμισης των συμφερόντων των συμβαλλομένων σε συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου – Μείωση της ανταγωνιστικής πίεσης που ασκούν οι ανταγωνίστριες επιχειρήσεις οι οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη σε συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου, λόγω της μεταβολής της ανταγωνιστικής θέσης τους – Επιτρέπεται – Προϋποθέσεις – Απόδειξη της ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά – Δεν υφίσταται – Εσφαλμένη εκτίμηση

(Κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 3)

(βλ. σκέψεις 338-348)

  1. Συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων – Εκτίμηση της συμβατότητάς τους με την εσωτερική αγορά – Συγκέντρωση η οποία δεν δημιουργεί ούτε ενισχύει δεσπόζουσα θέση – Συγκέντρωση σε ολιγοπωλιακή αγορά η οποία επιφέρει μη συντονισμένα αποτελέσματα – Συγκέντρωση μεταξύ δύο επιχειρήσεων δραστηριοποιούμενων στην αγορά κινητής τηλεφωνίας οι οποίες συνδέονται αντιστοίχως με δύο άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις με συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου – Στοιχεία εκτίμησης ελλείψει εξέτασης της ισχύος στην αγορά της προκύπτουσας από τη συγχώνευση επιχείρησης, ισχύος η οποία μπορεί να επιφέρει υποβάθμιση των προσφερόμενων υπηρεσιών ή της ποιότητας του δικτύου της – Ανάγκη για τεκμηριωμένη και πειστική εξέταση των αποτελεσμάτων της συγκέντρωσης επί των ανταγωνιστών

(Κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 3· ανακοίνωση της Επιτροπής 2004/C 31/03, σημείο 25)

(βλ. σκέψεις 358-361)

  1. Συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων – Εκτίμηση της συμβατότητάς τους με την εσωτερική αγορά – Συγκέντρωση η οποία δεν δημιουργεί ούτε ενισχύει δεσπόζουσα θέση – Συγκέντρωση σε ολιγοπωλιακή αγορά η οποία επιφέρει μη συντονισμένα αποτελέσματα – Συγκέντρωση μεταξύ δύο επιχειρήσεων δραστηριοποιούμενων στην αγορά κινητής τηλεφωνίας οι οποίες συνδέονται αντιστοίχως με δύο άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις με συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου – Στοιχεία εκτίμησης – Αποτελέσματα της συγκέντρωσης επί των ανταγωνιστών – Μείωση της ανταγωνιστικής πίεσης που ασκούν οι ανταγωνιστές λόγω της μείωσης των επενδύσεων στις υποδομές κατόπιν της ανατροπής της ευθυγράμμισης των συμφερόντων των συμβαλλομένων σε συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου – Επιτρέπεται – Προϋποθέσεις – Απόδειξη της ύπαρξης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της αύξησης των πάγιων εξόδων και της αύξησης του οριακού κόστους – Δεν υφίσταται – Εσφαλμένη εκτίμηση

(Κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου, αιτιολογική σκέψη 25 και άρθρο 2 §§ 2 και 3)

(βλ. σκέψεις 364-379)

  1. Συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων – Εκτίμηση της συμβατότητάς τους με την εσωτερική αγορά – Συγκέντρωση η οποία δεν δημιουργεί ούτε ενισχύει δεσπόζουσα θέση – Συγκέντρωση σε ολιγοπωλιακή αγορά η οποία επιφέρει μη συντονισμένα αποτελέσματα – Συγκέντρωση μεταξύ δύο επιχειρήσεων δραστηριοποιούμενων στην αγορά κινητής τηλεφωνίας οι οποίες συνδέονται αντιστοίχως με δύο άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις με συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου – Στοιχεία εκτίμησης – Αποτελέσματα της συγκέντρωσης επί των ανταγωνιστών – Μείωση της ανταγωνιστικής πίεσης που ασκούν οι ανταγωνιστές κατόπιν της ανατροπής της ευθυγράμμισης των συμφερόντων των συμβαλλομένων σε συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου – Ανεπαρκές στοιχείο ελλείψει απόδειξης της ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά – Κίνδυνος υποβάθμισης της ποιότητας των δικτύων λόγω της αύξησης του κόστους συντήρησης και βελτίωσης των δικτύων – Ανεπαρκής πιθανότητα – Εσφαλμένη εκτίμηση

(Κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου)

(βλ. σκέψεις 380-396)

  1. Συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων – Εκτίμηση της συμβατότητάς τους με την εσωτερική αγορά – Συγκέντρωση η οποία δεν δημιουργεί ούτε ενισχύει δεσπόζουσα θέση – Συγκέντρωση σε ολιγοπωλιακή αγορά η οποία επιφέρει μη συντονισμένα αποτελέσματα – Συγκέντρωση μεταξύ δύο επιχειρήσεων δραστηριοποιούμενων στην αγορά κινητής τηλεφωνίας οι οποίες συνδέονται αντιστοίχως με δύο άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις με συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου – Απόδειξη της ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά – Ανάλυση των προοπτικών εξέλιξης της αγοράς – Ανάγκη συνεκτίμησης των ενδεχομένως μακροπρόθεσμων συντονισμένων ή μη συντονισμένων αποτελεσμάτων– Δεν συντρέχει – Πλάνη περί το δίκαιο

(Κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου)

(βλ. σκέψεις 408-416)

  1. Συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων – Εκτίμηση της συμβατότητάς τους με την εσωτερική αγορά – Συγκέντρωση η οποία δεν δημιουργεί ούτε ενισχύει δεσπόζουσα θέση – Συγκεντρώσεις σε ολιγοπωλιακή αγορά οι οποίες επιφέρουν μη συντονισμένα αποτελέσματα – Συγκέντρωση μεταξύ δύο επιχειρήσεων δραστηριοποιούμενων στη χονδρική αγορά κινητής τηλεφωνίας – Απόδειξη της ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά – Στοιχεία εκτίμησης – Μείωση του αριθμού των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην αγορά – Εξάλειψη επιχείρησης που κατέχει μικρά μερίδια αγοράς – Ανεπάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων – Απόδειξη της εξάλειψης των ισχυρών ανταγωνιστικών πιέσεων που ασκούν αμοιβαίως οι μετέχουσες στη συγκέντρωση επιχειρήσεις – Δεν υφίσταται – Σφάλματα εκτίμησης

(Κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 3· ανακοίνωση 2004/C 31/03 της Επιτροπής, σημεία 14, 19 έως 21, 27, 37 και 38)

(βλ. σκέψεις 434-453)

Σύνοψη

Με την απόφαση CK Telecoms UK Investments κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής (T‑399/16), η οποία δημοσιεύθηκε στις 28 Μαΐου 2020, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση με την οποία η Επιτροπή 1 αντιτάχθηκε στην υλοποίηση σχεδίου συγκέντρωσης μεταξύ δύο από τις τέσσερις επιχειρήσεις κινητής τηλεφωνίας που δραστηριοποιούνται στη λιανική αγορά παροχής υπηρεσιών κινητών τηλεπικοινωνιών στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Το σχέδιο αυτό, το οποίο κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 11 Σεπτεμβρίου 2015, παρέχει στην προσφεύγουσα, CK Telecoms UK Investments Ltd (στο εξής: Three), έμμεση θυγατρική της CK Hutchison Holdings Ltd, τη δυνατότητα να αποκτήσει τον αποκλειστικό έλεγχο της Telefónica Europe Plc (στο εξής: O2) και να αναδειχθεί, με τον τρόπο αυτό, στον κύριο παράγοντα της εν λόγω αγοράς, προσπερνώντας τις δύο άλλες εναπομένουσες επιχειρήσεις, την EE Ltd, θυγατρική της BT Group plc (στο εξής: BT/EE), η οποία ήταν κατά το παρελθόν η κυρίαρχη επιχείρηση στην αγορά αυτή, και τη Vodafone.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή, στηριζόμενη σε τρεις «θεωρίες περί ζημίας», κήρυξε την πράξη συγκέντρωσης μη συμβατή με την εσωτερική αγορά, κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού περί συγκεντρώσεων 2 και των δικών της κατευθυντηρίων γραμμών για την αξιολόγηση των οριζόντιων συγκεντρώσεων (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές) 3. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι η πράξη συγκέντρωσης θα παρακωλύσει σημαντικά τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό διότι θα επέλθουν μη συντονισμένα αποτελέσματα συνδεόμενα, πρώτον, με την εξάλειψη των σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων στην αγορά λιανικής (πρώτη «θεωρία περί ζημίας»), η οποία κατά πάσα πιθανότητα θα επιφέρει αύξηση των τιμών των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και περιορισμό της επιλογής για τους καταναλωτές. Δεύτερον, καθόσον η επίμαχη αγορά χαρακτηρίζεται από το ότι η BT/EE και η Three, αφενός, και η Vodafone και η O2, αφετέρου, έχουν συνάψει συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου, η πράξη συγκέντρωσης θα επηρεάσει αρνητικά την ποιότητα των υπηρεσιών προς τους καταναλωτές, καθόσον θα εμποδίσει την ανάπτυξη των υποδομών του κινητού δικτύου στο Ηνωμένο Βασίλειο (δεύτερη «θεωρία περί ζημίας»). Τρίτον, στο μέτρο που οι τρεις φορείς εκμετάλλευσης εικονικών κινητών δικτύων οι οποίοι δεν διαθέτουν ιδιόκτητα δίκτυα, ήτοι οι Tesco Mobile, Virgin Mobile και TalkTalk (στο εξής: μη-ΦΚΔ), έχουν συνάψει συμφωνίες βάσει των οποίων αποκτούν πρόσβαση στο δίκτυο άλλης επιχείρησης σε τιμές χονδρικής, η συγκέντρωση ενέχει τον κίνδυνο να επιφέρει σημαντικά μη συντονισμένα αποτελέσματα στην αγορά χονδρικής (τρίτη «θεωρία περί ζημίας»).

Το Γενικό Δικαστήριο κλήθηκε, στο πλαίσιο αυτό, να αποφανθεί, για πρώτη φορά, επί των προϋποθέσεων εφαρμογής του κανονισμού περί συγκεντρώσεων σε συγκέντρωση εντός ολιγοπωλιακής αγοράς, η οποία δεν δημιουργεί ούτε ενισχύει ατομική ή συλλογική δεσπόζουσα θέση, αλλά επιφέρει μη συντονισμένα αποτελέσματα.

Αφού υπενθύμισε τα όρια του ελέγχου νομιμότητας τον οποίο δύναται να ασκήσει επί των περίπλοκων εκτιμήσεων που προϋποθέτει ο έλεγχος των συγκεντρώσεων, το Γενικό Δικαστήριο καθόρισε καταρχάς τα εφαρμοστέα κριτήρια για την απόδειξη του ότι μια τέτοια συγκέντρωση πρόκειται να προκαλέσει «σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού», όπως απαιτεί το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού περί συγκεντρώσεων, και παρείχε διευκρινίσεις ως προς το βάρος απόδειξης που φέρει η Επιτροπή, καθώς και απαιτήσεις όσον αφορά την ισχύ των αποδείξεων που οφείλει να προσκομίσει η Επιτροπή εντός ενός τέτοιου πλαισίου 4. Διευκρίνισε, μεταξύ άλλων, ότι προκειμένου τα μη συντονισμένα αποτελέσματα που απορρέουν από συγκέντρωση να μπορούν να επιφέρουν σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού, πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις: η συγκέντρωση πρέπει να συνεπάγεται, αφενός, εξάλειψη των σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων τις οποίες ασκούν αμοιβαίως οι μετέχουσες στη συγκέντρωση επιχειρήσεις και, αφετέρου, μείωση των ανταγωνιστικών πιέσεων επί των άλλων ανταγωνιστών. Τόνισε, εξάλλου, ότι στο πλαίσιο της διενεργούμενης σε δύο στάδια ανάλυσης των προοπτικών εξέλιξης της αγοράς, στην οποία όφειλε να προβεί η Επιτροπή συναφώς, δεν εναπόκειται μεν στο εν λόγω θεσμικό όργανο να αποδείξει ότι τα σενάρια και οι θεωρίες περί ζημίας που δέχθηκε πρόκειται να υλοποιηθούν αναπόφευκτα, πλην όμως πρέπει να προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις ώστε να τεκμηριώσει ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να προκαλέσει η συγκέντρωση σημαντικές παρακωλύσεις του αποτελεσματικού ανταγωνισμού.

Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η κοινοποιηθείσα συγκέντρωση θα προκαλέσει μη συντονισμένα αποτελέσματα ικανά να αποτελέσουν σημαντικές παρακωλύσεις του αποτελεσματικού ανταγωνισμού, είτε στην αγορά λιανικής, βάσει της πρώτης και της δεύτερης θεωρίας περί ζημίας, είτε στην αγορά χονδρικής, βάσει της τρίτης θεωρίας.

Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, πρώτον, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πολλά σφάλματα καθόσον συνήγαγε, βάσει της πρώτης θεωρίας περί ζημίας, ενδεχόμενη ύπαρξη μη συντονισμένων αποτελεσμάτων στη λιανική αγορά κινητής τηλεφωνίας τα οποία συνδέονται με την εξάλειψη σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων. Έκρινε καταρχάς ότι, όσον αφορά την τεκμηρίωση της ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του ανταγωνισμού, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η Three είναι «σημαντικός παράγοντας του ανταγωνισμού», η εξάλειψη της οποίας επιφέρει επαρκή μείωση της ανταγωνιστικής πίεσης. Αφετέρου, στον βαθμό που υπέπεσε σε σύγχυση των εννοιών «σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού» 5, «εξάλειψη σημαντικής ανταγωνιστικής πίεσης» 6 καθώς και «εξάλειψη σημαντικού παράγοντα του ανταγωνισμού» 7, η Επιτροπή διεύρυνε αισθητά το πεδίο εφαρμογής των κανόνων που διέπουν τις συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων και παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έννοιας «σημαντικός παράγοντας του ανταγωνισμού». Αφετέρου, κρίθηκαν ανεπαρκή διάφορα στοιχεία τα οποία δέχθηκε η Επιτροπή προκειμένου να διαπιστώσει ότι η Three αποτελεί σημαντικό παράγοντα του ανταγωνισμού ή έστω ασκεί σημαντική ανταγωνιστική πίεση στην αγορά, όπως είναι η αύξηση του μικτού μεριδίου των νέων συνδρομητών της σε συνάρτηση με τα μερίδιά της στην αγορά, η αύξηση του αριθμού των συνδρομητών της, η επιθετική πολιτική τιμών που είχε μπορέσει να εφαρμόσει ή ακόμη ο ρόλος που διαδραμάτιζε κατά το παρελθόν στην αγορά ως παράγοντας διατάραξης.

Ομοίως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, καίτοι, βεβαίως, η επίμαχη λιανική αγορά κινητής τηλεφωνίας χαρακτηρίζεται από μικρό βαθμό διαφοροποίησης των προϊόντων, με αποτέλεσμα να μπορεί να θεωρηθεί ότι οι μετέχουσες στη συγκέντρωση επιχειρήσεις, όπως και οι λοιπές δραστηριοποιούμενες στην εν λόγω αγορά επιχειρήσεις, τελούν σε σχετικά άμεση ανταγωνιστική σχέση μεταξύ τους, εντούτοις μόνο το στοιχείο αυτό δεν επαρκεί για να αποδείξει την εξάλειψη των σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων τις οποίες οι μετέχουσες στη συγκέντρωση επιχειρήσεις ασκούν αμοιβαίως και, ως εκ τούτου, την ύπαρξη σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού.

Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε μεν ότι η Επιτροπή μπορούσε να λάβει υπόψη τους δείκτες ανοδικής πίεσης στις τιμές 8, στον βαθμό που εκφράζουν τα κίνητρα των μετεχουσών στη συγκέντρωση επιχειρήσεων για αύξηση των τιμών τους, πλην όμως έκρινε ότι η ποσοτική ανάλυση της Επιτροπής δεν έχει αποδεικτική ισχύ, καθόσον η Επιτροπή δεν απέδειξε, με επαρκή βεβαιότητα, ότι οι τιμές πρόκειται να σημειώσουν «σημαντική» αύξηση κατόπιν της εξάλειψης των σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων. Διαπίστωσε, επίσης, ότι η Επιτροπή δεν ενσωμάτωσε στην ποσοτική της ανάλυση τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας την οποία μπορεί να επιφέρει η συγκέντρωση. Τέλος, έκρινε ότι, στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτίμησης των μη συντονισμένων αποτελεσμάτων, η Επιτροπή ουδέποτε διευκρίνισε αν τα αποτελέσματα αυτά είναι «σημαντικά» ή αν οδηγούν εν προκειμένω σε σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού.

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, δεύτερον, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλματα, και συγκεκριμένα σε νομική πλάνη και σε σφάλματα εκτίμησης, καθόσον διαπίστωσε, βάσει της δεύτερης θεωρίας περί ζημίας, ότι προκαλούνται μη συντονισμένα αποτελέσματα λόγω διατάραξης της λειτουργίας των συμφωνιών για την κοινή χρήση δικτύου.

Εκκινώντας από την αρχή ότι οι συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου μπορούν να ευνοήσουν τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό προς όφελος των καταναλωτών, η Επιτροπή εξέτασε σε ποιον βαθμό η συγκέντρωση δύναται να εξαλείψει την ανταγωνιστική δυναμική τους, λόγω της διατάραξης της λειτουργίας των υφιστάμενων συμφωνιών. Κατόπιν της εξέτασης των σχεδίων ενοποίησης δικτύων που της παρουσίασαν οι κοινοποιούσες επιχειρήσεις, καθώς και άλλων πέντε σεναρίων ενοποίησης των υφιστάμενων δικτύων, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πράξη συγκέντρωσης είναι ικανή να προκαλέσει μη συντονισμένα αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα στην αγορά λιανικής, μια ολιγοπωλιακή αγορά με ισχυρούς φραγμούς εισόδου. Αφενός, η συγκέντρωση μπορεί να αποδυναμώσει την ανταγωνιστική θέση των ανταγωνιστών με τους οποίους είχαν υπογραφεί συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου και, ως εκ τούτου, να μειώσει την ανταγωνιστική πίεσή τους. Αφετέρου, είναι πιθανό να οδηγήσει σε μείωση των επενδύσεων στο επίπεδο του τομέα των υποδομών των δικτύων και, επομένως, σε μείωση του βαθμού αποτελεσματικού ανταγωνισμού.

Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε καταρχάς ότι, αν και πρόκειται για καινοφανή θεωρία, σε σύγκριση με την προηγούμενη πρακτική που ακολουθούσε η Επιτροπή με τις αποφάσεις της, τούτο δεν σημαίνει ότι η θεωρία αυτή είναι απίθανη ή αβάσιμη, παρατήρησε δε ότι συντάσσεται σε ορισμένο βαθμό με τη θεωρία αυτή. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η ανταγωνιστική ικανότητα και τα επενδυτικά κίνητρα της BT/EE και της Vodafone δεν εξαρτώνται κατά τρόπο αποφασιστικό από τις επενδυτικές αποφάσεις της συγχωνευόμενης οντότητας ή από την αύξηση του κόστους, αλλά κυρίως από το επίπεδο του ανταγωνισμού που πρόκειται να αντιμετωπίσουν, από τις χρηματοδοτικές πηγές τους και από τις στρατηγικές τους. Εντεύθεν συνήγαγε ότι η πιθανή απόκλιση των συμφερόντων των συμβαλλομένων στις συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου, η διατάραξη της λειτουργίας τους κατόπιν της συγκέντρωσης, ακόμη και η λήξη τους, δεν συνιστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτές καθαυτές, σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στο πλαίσιο θεωρίας περί ζημίας στηριζόμενης σε μη συντονισμένα αποτελέσματα.

Αφού υπενθύμισε ότι πρωταρχικός σκοπός των κανόνων περί ανταγωνισμού της Ένωσης είναι η προστασία αυτής καθαυτήν της διαδικασίας ανταγωνισμού, και όχι των ανταγωνιστών, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε στη συνέχεια την εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση των αποτελεσμάτων της συγκέντρωσης επί των δύο ανταγωνιστών, της BT/EE και της Vodafone, λαμβανομένων υπόψη των σχεδίων ενοποίησης των δικτύων που τις αφορούν αντιστοίχως.

Στην περίπτωση της BT/EE, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η συγκέντρωση θα προκαλέσει αύξηση του κόστους συντήρησης και βελτίωσης του δικτύου και υποβάθμιση της ποιότητάς του, με συνέπεια να επηρεάσει την ανταγωνιστική θέση της BT/EE σε τέτοιο βαθμό ώστε να συνιστά σημαντική παρακώλυση του ανταγωνισμού. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, ειδικότερα, ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η θεωρία της περί ζημίας στηρίζεται σε αιτιώδη σχέση μεταξύ της υποτιθέμενης αύξησης των πάγιων εξόδων και του οριακού κόστους, η οποία οδηγεί σε μείωση των επενδύσεων, σε υποβάθμιση της ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών στην αγορά ή, σε περίπτωση μετακύλισής τους στους καταναλωτές μέσω της αύξησης των τιμών, σε μείωση της ανταγωνιστικής πίεσης της BT/EE και της Vodafone στην αγορά.

Στην περίπτωση της Vodafone, αφού υπενθύμισε ότι η μείωση της ανταγωνιστικής πίεσης την οποία η επιχείρηση αυτή είναι ικανή να ασκήσει δεν είναι, αφεαυτής, επαρκής για να αποδειχθεί η ύπαρξη σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο ότι ενδεχόμενη απόφαση της επιχείρησης αυτής να περιορίσει τις επενδύσεις της στο δικό της δίκτυο αποτελεί αρκούντως ρεαλιστική και πειστική συνέπεια της συγκέντρωσης, μεταβάλλει τους παράγοντες που καθορίζουν την κατάσταση του ανταγωνισμού στις επηρεαζόμενες αγορές και παρακωλύει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, «σημαντικά» τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στην οικεία αγορά.

Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον θεώρησε ότι η ενισχυμένη διαφάνεια στις συνολικές επενδύσεις των φορέων εκμετάλλευσης κινητών δικτύων, η οποία προκαλείται από τις συμφωνίες για την κοινή χρήση δικτύου, μειώνει τα κίνητρά τους για επενδύσεις στα δίκτυά τους και, κατά συνέπεια, την ανταγωνιστική πίεσή τους, χωρίς ωστόσο να προσδιορίσει το κατάλληλο χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου επιχείρησε να αποδείξει την ύπαρξη σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή ανέλυσε, αφενός, τα άμεσα βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα αποτελέσματα της συγκέντρωσης υπό το πρίσμα της χρονικής επικάλυψης των δύο συμφωνιών για την κοινή χρήση δικτύου και, αφετέρου, τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα αποτελέσματά της υπό το πρίσμα των σχεδίων ενοποίησης δικτύων. Αντιθέτως, δεν έλαβε υπόψη το ότι οι μετέχουσες στη συγκέντρωση επιχειρήσεις δεν πρόκειται να διατηρήσουν μακροπρόθεσμα δύο χωριστά δίκτυα, ενώ επικαλέστηκε το ενδεχόμενο αυτό επανειλημμένως στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ωστόσο, η εξέταση των αποτελεσμάτων πράξης συγκέντρωσης σε ολιγοπωλιακή αγορά στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, η οποία απαιτεί μακροπρόθεσμες επενδύσεις και στο πλαίσιο της οποίας οι καταναλωτές δεσμεύονται συχνά με συμβάσεις πολυετούς διάρκειας, προϋποθέτει δυναμική ανάλυση των προοπτικών εξέλιξης της αγοράς κατά την οποία λαμβάνονται υπόψη τα ενδεχομένως συντονισμένα ή μονομερή αποτελέσματα εντός εκτεταμένου μελλοντικού χρονικού διαστήματος. Επομένως, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο χαρακτηρίζοντας ως μη συντονισμένα αποτελέσματα τον αντίκτυπο της ενισχυμένης διαφάνειας στη συνολική επένδυση στα δίκτυα.

Τέλος, τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε, βάσει της τρίτης θεωρίας περί ζημίας, την ύπαρξη μη συντονισμένων αποτελεσμάτων στην αγορά χονδρικής.

Συναφώς, επισήμανε καταρχάς ότι η μείωση του αριθμού των φορέων εκμετάλλευσης κινητού δικτύου από τέσσερις σε τρεις δεν είναι ικανή αφεαυτής για να αποδειχθεί η ύπαρξη σημαντικής παρακώλυσης του ανταγωνισμού, στον βαθμό που μεγάλος αριθμός ολιγοπωλιακών αγορών επιδεικνύουν βαθμό συγκέντρωσης που μπορεί να χαρακτηριστεί ως υγιής. Στη συνέχεια, έκρινε ότι, παρότι ο δείκτης Herfindahl-Hirschmann, ο οποίος χρησιμοποιείται για τη μέτρηση του βαθμού συγκέντρωσης στην αγορά, υπερβαίνει εν προκειμένω τα όρια πέραν των οποίων αποκλείεται καταρχήν 9 η συγκέντρωση να δημιουργήσει προβλήματα στον ανταγωνισμό, η υπέρβαση των ορίων αυτών δεν δημιουργεί εντούτοις, κατά το σημείο 21 των κατευθυντηρίων γραμμών, τεκμήριο για την ύπαρξη προβλημάτων στον ανταγωνισμό. Παρά ταύτα, το Γενικό Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι, προκειμένου η Επιτροπή να συνάγει το συμπέρασμα ότι η Three είναι «σημαντικός παράγοντας του ανταγωνισμού» στην αγορά χονδρικής, δεν στηρίχθηκε στα μερίδια αγοράς που παραδοσιακά κατείχε η Three και στον βαθμό συγκέντρωσης, αλλά στα μικτά μερίδια των νέων πελατών και στην ποιοτική ανάλυσή της σχετικά με τη σπουδαιότητα της Three στην αγορά χονδρικής, έκρινε ότι το θεσμικό όργανο δεν επεξήγησε τεκμηριωμένα γιατί τα μικτά μερίδια των νέων πελατών είναι σε τέτοιο βαθμό καθοριστικά στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε, κατά συνέπεια, απέδειξε, ελλείψει εμπεριστατωμένης εξέτασης των πραγματικών περιστατικών, την ύπαρξη σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού.

Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε εξάλλου ότι, ακόμη και αν, δεδομένου του μικτού μεριδίου της νέων πελατών, θεωρηθεί ότι η Three έχει την ικανότητα να ανταγωνισθεί τις λοιπές επιχειρήσεις στην αγορά χονδρικής, ότι αποτελεί σοβαρό ανταγωνιστή, ότι επηρεάζει τον ανταγωνισμό και ότι έχει ενισχύσει τη θέση της στην αγορά, εντούτοις τα στοιχεία αυτά δεν επαρκούν ούτε για την απόδειξη της ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του ανταγωνισμού, εντός πλαισίου όπου το μερίδιό της στην αγορά είναι, στην πραγματικότητα, πολύ μικρό, ούτε για τη διαπίστωση ότι αποτελεί σημαντικό παράγοντα του ανταγωνισμού. Τέλος, έκρινε ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η συγκέντρωση θα εξαλείψει τις σημαντικές ανταγωνιστικές πιέσεις που κατά το παρελθόν ασκούσαν αμοιβαίως οι μετέχουσες στη συγκέντρωση επιχειρήσεις.

1 Απόφαση της Επιτροπής, της 11ης Μαΐου 2016, με την οποία κηρύσσεται ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά πράξη συγκέντρωσης (υπόθεση M.7612 – Hutchison 3G UK/Telefónica UK), η οποία κοινοποιήθηκε με αριθ. C(2016) 2796, της οποίας το μη εμπιστευτικό κείμενο είναι διαθέσιμο στην αγγλική γλώσσα στην ακόλουθη διεύθυνση: <https://ec.europa.eu/competition/mergers/cases/decisions/m7612_6555_3.pdf>. (Περίληψη δημοσιευθείσα σε ΕΕ 2016, C 357, σ. 15).

2 Κανονισμός (ΕΚ) 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ 2004, L 24, σ. 1).

3 Κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση των οριζόντιων συγκεντρώσεων σύμφωνα με τον κανονισμό του Συμβουλίου για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ 2004, C 31, σ. 5).

4 Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού περί συγκεντρώσεων, όπως ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 25 του ίδιου κανονισμού.

5 Νομικό κριτήριο κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού περί συγκεντρώσεων.

6 Κριτήριο μνημονευόμενο στην αιτιολογική σκέψη 25 του κανονισμού περί συγκεντρώσεων.

7 Κριτήριο αντλούμενο από τις κατευθυντήριες γραμμές που χρησιμοποιούνται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

8 Ανάλυση καλούμενη «upward pricing pressure» ή UPP.

9 Σύμφωνα με τα σημεία 19 έως 21 των κατευθυντήριων γραμμών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου