O Ευρωπαϊκός Νότος δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο κάθε αναγνώστης έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή.


Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Κατά τη μεταβατική περίοδο μέγιστης διάρκειας πέντε ετών από την προσχώρηση της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι προϋποθέσεις προσβάσεως των Βούλγαρων σπουδαστών στην αγορά εργασίας άλλου κράτους μέλους δεν μπορούν να είναι πιο περιοριστικές από εκείνες που εφαρμόζονται σε σπουδαστές τρίτων χωρών

Το Πρωτόκολλο σχετικά με τους όρους και τις λεπτομέρειες της προσχωρήσεως της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει ότι η πρόσβαση των Βούλγαρων υπηκόων στην αγορά εργασίας των κρατών μελών ρυθμίζεται, κατά τη μεταβατική περίοδο που μπορεί να  διαρκέσει έως και πέντε έτη από την ημερομηνία προσχωρήσεως, από εθνικά μέτρα ή μέτρα που απορρέουν από διμερείς συμφωνίες. Εντούτοις, το ίδιο Πρωτόκολλο καθιερώνει την αρχή της προτιμήσεως των πολιτών της Ένωσης. Επομένως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται,
με την εξαίρεση των μέτρων που λαμβάνονται κατά τη μεταβατική περίοδο, να προτιμούν, όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας τους, τους υπηκόους κρατών μελών έναντι των εργαζομένων από τρίτες χώρες.
Τον Ιανουάριο του 2008, ο L. Sommer, Αυστριακός υπήκοος, ζήτησε άδεια απασχολήσεως για Βούλγαρο υπήκοο ο οποίος φοιτούσε στην Αυστρία και διέμενε εκεί ήδη ένα και πλέον έτος. Ο ανωτέρω εργοδότης σκόπευε να προσλάβει τον εν λόγω σπουδαστή ως οδηγό οχήματος για παροχή εργασίας 10,25 ωρών εβδομαδιαίως και έναντι μηνιαίων μεικτών αποδοχών ύψους 349 ευρώ. Ο εν λόγω σπουδαστής επρόκειτο να πραγματοποιεί νυχτερινές παραδόσεις στη Βιέννη.
Το Landesgeschäftsstelle des Arbeitsmarktservice Wien (τοπικό γραφείο της Βιέννης της Υπηρεσίας Αγοράς Εργασίας, Αυστρία) απέρριψε την ανωτέρω αίτηση με την αιτιολογία ότι είχε ήδη σημειωθεί υπέρβαση, κατά 17 757 επιπρόσθετους αλλοδαπούς εργαζόμενους, του ανώτατου αριθμού αλλοδαπών εργαζομένων για το ομόσπονδο κράτος της Βιέννης, ο οποίος είχε καθορισθεί σε 66 000.
Επιληφθέν της διαφοράς, το Verwaltungsgerichtshof (Διοικητικό δικαστήριο, Αυστρία), διαπίστωσε ότι, κατά την αυστριακή νομοθεσία περί απασχολήσεως των αλλοδαπών, άδεια απασχολήσεως μπορεί να χορηγείται μόνον εφόσον η κατάσταση και η εξέλιξη της αγοράς εργασίας επιτρέπουν την πρόσληψη του αλλοδαπού εργαζόμενου και εφόσον δεν αντιτίθενται σε αυτό σημαντικοί λόγοι δημόσιου ή οικονομικού συμφέροντος. Επιπλέον, σε περίπτωση υπερβάσεως του ανώτατου αριθμού αλλοδαπών εργαζομένων που ορίζεται με κανονιστική ρύθμιση, η χορήγηση άδειας απασχολήσεως υπόκειται σε ορισμένες περαιτέρω προϋποθέσεις. Επίσης, το ανωτέρω δικαστήριο διευκρινίζει ότι ο έλεγχος της καταστάσεως και της εξελίξεως της αγοράς εργασίας πρέπει να πραγματοποιείται κατά συστηματικό τρόπο και όχι μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Επομένως, ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει κατά πόσον τέτοια κανονιστική ρύθμιση είναι συμβατή προς το δίκαιο της Ένωσης.
Στην απόφαση που εξέδωσε σήμερα, το Δικαστήριο υπογραμμίζει, πρώτον, ότι οι προϋποθέσεις προσβάσεως των Βούλγαρων σπουδαστών στην αγορά εργασίας, κατά την περίοδο των πραγματικών γεγονότων της κύριας δίκης, δεν μπορούν να είναι πιο περιοριστικές από εκείνες που εφαρμόζονται σε σπουδαστές τρίτων χωρών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την αρχή προτιμήσεως που καθιερώνει το Πρωτόκολλο Προσχωρήσεως, οι Βούλγαροι υπήκοοι πρέπει, όχι μόνον να υπόκεινται στις ίδιες προϋποθέσεις προσβάσεως στην αγορά εργασίας των κρατών μελών με τους υπηκόους τρίτων χωρών, αλλά να τυγχάνουν προνομιακής μεταχειρίσεως έναντι των τελευταίων.
Δεύτερον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η αυστριακή νομοθεσία επιφυλάσσει στους Βούλγαρους υπηκόους πιο περιοριστική μεταχείριση από εκείνη που επιφυλάσσεται σε υπηκόους τρίτων χωρών.
Πράγματι, κατά το δίκαιο της Ένωσης, μετά το πρώτο έτος διαμονής ενός σπουδαστή υπηκόου τρίτης χώρας, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να επικαλεστεί την κατάσταση της αγοράς εργασίας του μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις και υπό τον όρο ότι τα επί τούτου εξεταζόμενα μέτρα είναι δικαιολογημένα και ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Η αυστριακή κανονιστική ρύθμιση απαιτεί, όμως, συστηματικό έλεγχο της αγοράς εργασίας και προβλέπει ότι η χορήγηση άδειας απασχολήσεως επιτρέπεται αποκλειστικώς όταν η κενή θέση εργασίας, η οποία πρόκειται να πληρωθεί από τον αλλοδαπό, δεν είναι προσβάσιμη από ημεδαπό ή από αλλοδαπό, διαθέσιμο στην αγορά εργασίας. Ως εκ τούτου, η ρύθμιση αυτή επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση της αγοράς εργασίας χωρίς να χρειάζεται να καταδειχθεί η ύπαρξη εξαιρετικής καταστάσεως που να δικαιολογεί τον συνυπολογισμό αυτό.
Σε ό,τι αφορά την αυστριακή κανονιστική ρύθμιση, κατά την οποία, σε περίπτωση υπερβάσεως του ανώτατου αριθμού απασχολούμενων αλλοδαπών που καθορίζεται για τα Länder, η χορήγηση αδείας απασχολήσεως σε υπηκόους τρίτων χωρών εξαρτάται, πέραν του συστηματικού ελέγχου της καταστάσεως και της εξελίξεως της αγοράς εργασίας, από την εφαρμογή περαιτέρω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, δεδομένου ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται σε τέτοιο συστηματικό έλεγχο, αποκλείει a fortiori πιο περιοριστικά εθνικά μέτρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου